Γιώργος Καραμπελιάς

Άρθρα-Κείμενα-Βιβλία

Στα μονοπάτια της Ουτοπίας (1995)

Posted by yiorgoskarabelias στο Αύγουστος 25, 2007

outopia.jpg

Μία μετακομμουνιστική ουτοπία (απόσπασμα από το βιβλίο)

Πριν από μερικές δεκαετίες, η κατάσταση του κόσμου μου ενέπνευσε τον παρακάτω μύθο. Φανταστείτε μια μεγάλη ζυγαριά. Σε ένα από τα άκρα, αυτό που ακουμπάει στο έδαφος, βρίσκεται ένα καλάθι γεμάτο πέ­τρες. Από την άλλη πλευρά, στον αέρα, ένα καλάθι μισογεμάτο με άμμο. Είμαστε μερικοί που προσπαθούμε με κουταλάκια του καφέ να γεμίσουμε το καλάθι με άμμο. Οι πε­ρισσότεροι άνθρωποι μας περιπαίζουν λέ­γοντας; «Ε, δεν βλέπετε πως το καλάθι είναι τρύπιο και η άμμος φεύγει με την ίδια ταχύτητα που εσείς βάζετε;» Και εμείς απαντάμε: «Είναι αλήθεια πως φεύγει, αλλά πιο αργά από όσο γεμίζει και είμαστε όλο και περισσότεροι που παίρνουν τα κουτα­λάκια». Και αργά ή γρήγορα, το καλάθι θα γεμίσει. Και ξαφνικά το καλάθι με τις πέτρες θα σηκωθεί και εκείνο με την άμμο θα κατέβει και οι άνθρωποι θα πουν: «Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά!» Και αυτό θα το έχουμε κάνει εμείς με τα κουταλάκια του καφέ.

ΠΗΤ ΣΗΓΚΕΡ, Αμερικάνος τραγουδοποιός

Στις σελίδες που προηγήθηκαν προσπαθήσαμε να θέσουμε κάποια ερωτήματα και να διατυπώσουμε ορισμένες θέσεις σχετικά με τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει ο πολιτισμός μας, τόσο στην ηγεμονική εκδοχή του, του καπιταλισμού της αγοράς, όσο και στη μέχρι χθες ανταγωνιστική του έκφραση, του μαρξιστικού, κομμουνιστικού και σοσιαλιστικού κινήμα­τος. Η διαπίστωση, η οποία πιστεύουμε συνάγεται αβίαστα από τα στοιχεία που παραθέσαμε και όχι γιατί αποτελεί φαντασίωση του συγγραφέα, είναι πως βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι μεγάλων διαστάσεων. Μια μορφή κοινωνίας, μια μορφή αντιθέσεων, μια μορφή ανθρώπου έχει εξαντληθεί και στην κοινωνία μας θα τεθεί εκ νέον το ζήτημα των μεγάλων επιλογών.

Ισχυρισθήκαμε, λοιπόν, ότι ο δυτικός πολιτισμός αποτέλε­σε την κατάληξη μιας ορισμένης πορείας του ανθρώπινου πολιτισμού, μιας πορείας επέκτασης πάνω στον πλανήτη μέσω αυτού του πολιτισμού, μιας πορείας που οδήγησε στα οικολογικά και ανθρωπολογικά όρια της ανάπτυξης. Βρισκό­μαστε μπροστά σε ένα τρίλημμα όσον αφορά τις επιλογές των ανθρώπινων κοινωνιών: είτε θα καταστραφούν μέσα από την αδυναμία μετασχηματισμού τους είτε θα οδηγήσουν σε ένα νέο τύπο ανθρώπου και κοινωνίας μέσω του τεχνολογικού υπερβιομηχανισμού και –γιατί όχι– της τεχνητής μετάλλαξης του ίδιου του ανθρώπου είτε θα περάσουμε σε ένα νέο τύπο πολιτισμού που θα αρνηθεί την ‘επέκταση’. Αυτή την κοινωνία χαρακτηρίσαμε μετά/κομμουνιστική. Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται για μια ‘κοινωνία’ αλλά για μορφές κοινωνιών και κινημάτων

Ουτοπία και πραγματικότητα

Το ερώτημα λοιπόν στο οποίο θα θέλαμε να απαντήσουμε σε αδρές γραμμές είναι το ακόλουθο: είναι δυνατή μια τέτοια κοινωνία ή πρόκειται για ουτοπία με την έννοια του Ικαρο-μένιππου ή των Αυτοκρατοριών του Ήλιου του Συρανό ντε Μπερζεράκ;[1] Και αν πρόκειται για πραγματική δυνατότητα γιατί την αποκαλούμε ‘ουτοπία’;

Κατ’ αρχήν γιατί κάθε κοινωνική ιδεοτυπική μορφή είναι ταυτόχρονα και μια ουτοπία της κοινωνικά υπαρκτής μορφής της! Ο ‘πρωτόγονος κομμουνισμός ως αντίληψη και κοινωνι­κό σύστημα είναι μάλλον η ουτοπία του πραγματικού πρωτό­γονου κομμουνισμού! Οι πραγματικές κοινοβιακές κοινωνίες περιείχαν και συγκρούσεις εξουσίας και ανταγωνισμό με τις διπλανές φυλές και καννιβαλισμό και σκλάβωναν τους αιχμαλώτους τους, ενώ συχνά παραχωρούσαν πολλές εξου­σίες και προνόμια στους θρησκευτικούς και στρατιωτικούς αρχηγούς τους.[2] Επέβαλλαν ασφυκτικούς περιορισμούς στα άτομα, τις επιθυμίες τους για γνώση κ.λπ. Όμως δεν παύουν να αποτελούν κοινωνίες χωρίς τάξεις και κράτος, παρά την ύπαρξη μορφών εξουσίας.

Ας περάσουμε στον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς: στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πιο ουτοπικό σύστημα· αν εφαρμοζόταν κατά γράμμα, θα κατέστρεφε πλήρως την κοινωνία. Ο μεγάλος Γάλλος οικονομολόγος Φρανσουά Περρού θα διατυπώσει εύστοχα αυτή τη βασική αλήθεια:

«Κάθε καπιταλιστική κοινωνία λειτουργεί κανονικά χάρις σε κοινωνικούς τομείς που δεν είναι διαποτισμένοι ούτε διαπνέ­ονται από το πνεύμα του κέρδους και της αναζήτησης του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους. Όταν ο ανώτερος δημόσιος λειτουργός, ο στρατιώτης, ο δικαστικός, ο ιερωμένος, ο καλλιτέχνης, ο σοφός, κυριαρχούνται από αυτό το πνεύμα, η κοινωνία καταρρέει και κάθε μορφή οικονομίας απειλείται. Τα πιο ανεκτίμητα και ευγενικά αγαθά στη ζωή των ανθρώπων, η τιμή, η χαρά, η συμπάθεια, ο σεβασμός του άλλου, δεν πρέπει να εντάσσονται σε καμιά αγορά, διαφορετικά οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα καταρρέει στις ίδιες τις βάσεις της. Ένα πνεύμα προγενέστερο από τον καπιταλισμό και ξένο προς αυτόν στηρίζει, για μια περίοδο που ποικίλλει χρονικά, τα πλαίσια λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτή όμως, εξ αιτίας της ίδιας της επέκτασης και της επιτυχίας της, στον βαθμό που επιβάλλεται στην εκτίμηση και την αναγνώ­ριση των μαζών, στον βαθμό που αναπτύσσει την άνεση και την υλική ευημερία, προσβάλλει τους παραδοσιακούς θεσμούς και τις διανοητικές δομές χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει καμιά κοινωνική τάξη. Ο καπιταλισμός φθείρει και διαφθείρει. Είναι ένας τεράστιος καταναλωτής επιθυμιών των οποίων δεν ελέγχει την ανάπτυξη».[3]

Όλες οι πραγματικές οικονομίες της αγοράς είναι κοινω­νίες της ‘περιορισμένης αγοράς’ και όχι της ελεύθερης. Αν μπορούσαμε να φαντασθούμε την κοινωνία να λειτουργεί χωρίς άλλη αναφορά εκτός από το οικονομικό συμφέρον, όπως διδάσκουν οι πατέρες της κλασσικής πολιτικής οικονο­μίας ή της οριακής χρησιμότητας, τότε η κοινωνία θα ήταν μια αβίωτη ζούγκλα· μάλιστα ένα από τα σφάλματα του Μαρξ ήταν ακριβώς ότι εξέλαβε τις τάσεις του καπιταλισμού ως πραγματικότητες, της εποχής του ή του μέλλοντος. Ωστόσο, αυτοί οι περιορισμοί στην επέκταση της αγοράς δεν αναιρούν το γεγονός ότι η αγορά αποτελεί τον σημαντικότερο ρυθμιστι­κό παράγοντα του καπιταλισμού και το οικονομικό πεδίο αναδεικνύεται σε ηγεμονικό στην καπιταλιστική κοινωνία. Η ουτοπία, μιας κοινωνικής μορφής δεν μπορεί παρά να αποδί­δει τις βαθύτερες τάσεις της και όχι να την περιγράφει. Πόσο μάλλον δε, όταν πρόκειται για κοινωνικές και πολιτικές μορφές που βρίσκονται περισσότερο στο μέλλον παρά στο πα­ρελθόν και το παρόν, όπως η κοινωνία που ευαγγελιζόμαστε.

Επομένως κάθε πρόταση/πρόταγμα κοινωνίας είναι υπο­χρεωτικά ουτοπική. Αλλά καθόλου απίθανη αν στηρίζεται σε πραγματικές δυνάμεις και τάσεις της κοινωνίας και των ανθρώπων, θα επανέλθουμε σε αυτό.

Μετά την κατάρρευση του μαρξιστικού κομμουνισμού, έγινε του συρμού στη Δύση η άποψη πως ο κομμουνιστικός και σοσιαλιστικός ‘πυρετός’ των δύο τελευταίων αιώνων και ιδιαίτερα του 20ού αιώνα δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα στην ανθρώπινη ιστορία, συνδεδεμένο με την άγρια ανωμαλία της καπιταλιστικής επιτάχυνσης, η οποία, καταστρέφοντας το παλιό κοινωνικό υπόστρωμα, προκάλεσε την έκρηξη χιλιαστικών κινημάτων και προσδοκιών ανάμεσα στα θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Κατ’ ουσίαν πρόκειται για ένα κίνημα από πολλές απόψεις παρόμοιο με την έκρηξη των εξισωτικών κινημάτων, των εξεγέρσεων των σκλάβων κ.λπ., που οδήγησε στη διαμόρφωση του χριστιανισμού στις αρχές της εποχής μας.[4] Η οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους στις καπιταλιστικές δημοκρατίες και η κατάρρευση των κοινωνιών του υπαρκτού σοσιαλισμού οδήγησαν στο κλείσιμο ενός κύκλου που εγκαινιάστηκε με τη γαλλική επανάσταση και ολοκληρώθηκε το 1989. Και ο μεταμοντερνισμός θα εκφράσει την ίδια άποψη μέσα από τη λογική ‘του τέλους των μεγάλων αφηγήσεων’, σύμφωνα με τη φράση του Λυοτάρ (Lyoterd). Έχουμε πλέον εισέλθει σε μια εποχή «μικρών αφηγήσεων’ και εξάντλησης των παλαιών οραμάτων.

Αυτές οι διαπιστώσεις είναι εν μέρει αληθείς. Αλλά μόνο σε ό,τι αφορά μια συγκεκριμένη μορφή κινημάτων, εκείνη του μαρξιστικού μεσσιανισμού που υποσχόταν την εγκαθίδρυση των εργατικών καθεστώτων και το πέρασμα στο τέλος της ιστορίας μέσα από τον εκκοσμικευμένο παράδεισο του κομμουνισμού. Το εάν θα αποδειχθεί αληθής σε ό,τι αφορά την εξαφάνιση των κινημάτων που συνδυάζουν -ή θέλουν να συνδυάσουν- την ισότητα με την ελευθερία, είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό και μένει να μας το δείξει η ιστορία.

Σε ό,τι μας αφορά, πιστεύουμε ότι η εποχή αυτών των κινημάτων δεν έχει εξαντληθεί αλλά ότι αντίθετα ο 21ος αιώνας θα σφραγισθεί με την ανάδυση αυτών των νέων μετά/ κομμουνιστικών κινημάτων που θα έχουν ενσωματώσει τα διδάγματα από την κατάρρευση του μαρξιστικού κομμουνι­σμού και την εξάντληση τον δυτικού παραδείγματος.

Αυτή την πεποίθηση την αντλούμε κατ’ αρχήν από το γεγονός ότι ο καπιταλιστικός κόσμος αποτελεί μια ζώσα αντίφαση. Από τη μια πλευρά διακηρύσσει το βασίλειο ‘της ισότητας, της αδελφότητας, της δικαιοσύνης’ ή, ακόμα και στη σημερινή κυνική μορφή του, την εξαφάνιση κάθε ιεραρχικής παραδοσιακής αρχής, και από την άλλη στερεί αυτά τα δικαιώματα από την πλειοψηφία του ανθρώπινου πληθυσμού. Όπως επισημαίνει ο Φρανσουά Φυρέ, ο αστός είναι μια ‘σχιζοφρενική’ κοινωνική φιγούρα. Από τη μια κηρύττει την ισότητα και αποτελεί ο ίδιος έκφραση της ‘δημοκρατίας της αγοράς’ και της αποσύνθεσης του προκαπιταλιστικού ιεραρ­χικού συστήματος και από την άλλη δημιουργεί την ανισότη­τα. Άρα γεννάει ο ίδιος την τάση στην αμφισβήτηση του.

Ο καπιταλισμός, προκαλώντας μια χωρίς προηγούμενο ανάπτυξη των επιστημονικών, τεχνολογικών, παραγωγικών δυνάμεων, δημιουργεί ταυτόχρονα ανασφάλεια, στέρηση, ανέχεια σε ένα αυξανόμενο κομμάτι του πληθυσμού. Και επειδή οι καρποί της καπιταλιστικής παραγωγικότητας βρί­σκονται σε απόσταση αναπνοής – ή μάλλον πίσω από την οθόνη της παγκόσμιας τηλεόρασης– οι τάσεις της αναδιανο­μής είναι εγγενείς στο ίδιο το σύστημα. Πώς λοιπόν θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως η κατάρρευση του σοβιετικού μεσσιανισμού –με όλες τις άμεσες αρνητικές συνέπειες που έχει– δεν θα αποτελέσει μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα το εφαλτήριο για την απελευθέρωση της φαντασίας και των κινημάτων εκατομμμυρίων ανθρώπων πάνω στη γη, οι οποίοι θα διερευνήσουν νέους δρόμους κοινωνικής αλληλεγγύης, νέες πιθανότητες για την κατάκτηση της ανθρώπινης ευτυ­χίας;

Και, βέβαια, από τη ‘θετική’ πλευρά, ο καπιταλισμός δημιουργεί τον ‘νεκροθάφτη’ του, για να θυμηθούμε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, τα κοινωνικά, πολιτιστικά, εθνι­κά, κ.ά. κινήματα, που αμφισβητούν διαρκώς την ηγεμονία του και ευαγγελίζονται μια νέα τάξη πραγμάτων.

Τέλος, αλλά όχι ελάχιστο, προκαλεί την αφύπνιση και την αντίσταση παλαιών στρωμάτων της ανθρώπινης ύπαρξης και των συλλογικών μορφών δημιουργίας που αναπτύχθηκαν σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του ανθρώπου.

Ίσως το επίκεντρο αυτών των νέων εξισωτικών απελευθε­ρωτικών κινημάτων μετακινηθεί σε νέες ηπείρους και θέατρα, ίσως περάσει από σκόλιους οδούς και ατραπούς, αλλά θα ήταν μάλλον αφέλεια να πιστεύουμε πως η ώθηση της ελευθερίας θα πεθάνει με την εξάντληση της ιδιαίτερης δυτικής μορφής της.

Αν ο μαρξιστικός κομμουνισμός υπήρξε η προσπάθεια εφαρμογής μιας ουτοπίας στην κοινωνική πράξη με την αναπόφευκτη ολοκληρωτική μεταστροφή του (δείξαμε προη­γουμένως πως η εφαρμογή κατά γράμμα μιας ουτοπικής μορφής οδηγεί κατευθείαν σε ολοκληρωτισμό αρχικά και σε κατάρρευση στη συνέχεια), το μετά/κομμουνιστικό κίνημα θα θέλει να είναι μια ζώσα ουτοπία, δηλαδή να εγκαταλείψει όλα τα μεσσιανικά και εξωπραγματικά χαρακτηριστικά του.

Αυτή η τοποθέτηση μας δεν σημαίνει ‘μετριασμό’ της Επαναστατικής καθαρότητας της άποψης μας ούτε αποδει­κνύει τη ‘σοσιαλδημοκρατική’ υφή της εναλλακτικής αντίλη­ψης, όπως ισχυρίζονται διάφοροι όψιμοι καθαρολόγοι της επανάστασης. Κάθε απόπειρα να διαμορφωθεί σήμερα μια θεωρία τόσο για τη φύση και τον χαρακτήρα των ‘συμμαχιών’ όσο και για μια πιθανή μετά/κομμουνιστική κοινωνία, κινδυ­νεύει από δύο πλευρές. Η μία είναι να πέσει στον ρεαλισμό του εναλλακτικού ως διαχείρισης, πράγμα που συμβαίνει π.χ. με τους Γερμανούς Πράσινους. Η δεύτερη είναι να επιστρέ­ψει, από αποστροφή προς τους ‘ρεάλος’, σε μια μεσσιανική-ολοκληρωτική αντίληψη για την κοινωνική μετάβαση. Γιατί πράγματι, με το να χαρακτηρίζουμε τον μαρξισμό-λενινισμό και τον μπολσεβικισμό ως δυνάμει ολοκληρωτικούς, δεν σημαίνει ότι συμμεριζόμαστε την άποψη της ταύτισης φα­σισμού και κομμουνισμού που επιχείρησαν οι ‘νέοι φιλόσοφοι’. Κάθε άλλο, απλώς αυτό που έχουμε δείξει επανειλημμέ­να, τουλάχιστον τα τελευταία δέκα ή δεκαπέντε χρόνια, είναι πως ο μεσσιανισμός και η λογική του Παραδείσου οδηγούν αναπόφευκτα στον ολοκληρωτισμό, αρχικά, και στην παλι­νόρθωση στη συνέχεια. Η αδυναμία πραγματοποίησης του μεσσιανικού οράματος οδηγεί στην καταστολή και τον ολοκληρωτισμό προκειμένου να επιβληθεί το βασίλειο του θεού ή του προλεταριάτου· αυτό συνέβη στις θρησκευτικές ουτοπίες, όπως εκείνη των αναβαπτιστών, και κυρίως στις μαρξιστικές-κομμουνιστικές, που πρόσφατα κατέρρευσαν. Και η συνέχεια είναι γνωστή: το άλλο άκρο, η απόλυτη ατομικοποίηση, η εξαφάνιση των συλλογικών υποκειμένων, έστω και πρόσκαιρα. Η λογική λοιπόν που θέλει την ‘ουτοπία’ αμόλυντη, μεσσιανική, έτσι ώστε να εμπνέονται οι ‘μάζες’, ‘μια και εμείς παραμένουμε στον χώρο της κριτικής και το όραμα μας πρέπει να είναι καθαρό’, παραμένει δέσμια της νεωτερικότητας και του παλιού παραδείγματος. Ταυτόχρονα δε, περιφρονεί βαθύτατα τις ‘μάζες’, χωρίς βέβαια να μπορεί να πείσει και κανέναν (εκτός ίσως από κάποιες ομαδούλες διανοουμένων που εξαγοράζουν τους καθημερινούς συμβι­βασμούς τους με την ‘καθαρότητα’ της θεωρίας ή κάποια υπολείμματα αριστερίστικων ή αναρχικών ομάδων).

Για μας, αντίθετα, η μετά/κομμουνιστική ‘ουτοπία’, την οποία ενστερνιζόμαστε, διαφέρει από τη μαρξιστική-κομμουνιστική εκδοχή όχι μόνο σε επί μέρους σημεία αλλά και στο συνολικό υπόδειγμα. Αρνούμαστε τη θρησκευτική εικόνα του κομμουνισμού ως μιας απόλυτα διαφανούς και χωρίς αντιθέ­σεις κοινωνίας. Την αντιλαμβανόμαστε ως μια κοινωνία με αντιθέσεις, συγκρούσεις, διαφορετικά συλλογικά και κοινω­νικά υποκείμενα, διαφορετικά θεσμικά επίπεδα έκφρασης και αντιπροσώπευσης, μόνο (sic!) που η αρχή της χρησιμοθηρίας και της οικονομικής αποδοτικότητας θα έχει αντικατασταθεί από εκείνη της επίτευξης της αρμονίας με τη φύση και της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Μια τέτοια έλλογή ‘ουτοπία’, την οποία θεωρούμε πραγμα­τοποιήσιμη, συνέπεια εξ άλλου της κατάρρευσης των ολοκλη­ρωτικών φαντασιώσεων του παρελθόντος, φαντάζει ελάχιστα ενθουσιαστική για μερικούς, ενώ για κάποιους άλλους –και για τον υποφαινόμενο– συμβαίνει το διαμετρικά αντίθετο. Η εικόνα του κομμουνισμού ως μιας κοινωνίας απολύτως διαφανούς, χωρίς αντιθέσεις και προβλήματα, μας έδινε πάντα την εντύπωση μιας αγιογραφίας που κείται στον χώρο του θρησκευτικού επέκεινα. Αντίθετα, η προοπτική μιας διαφορετικής κοινωνίας όπου, έχουν μεν αντιστραφεί οι προτεραιότητες, αλλά οι αντιθέσεις παραμένουν και νέες αναδύονται, όχι μόνο μας είναι πλησιέστερη, αλλά και μπορεί να αποτελεί άμεσο στόχο των κινημάτων, σε αντίθεση με μια μελλοντική και διαρκώς άπιαστη ‘Αρκαδία’. Αν μπορούμε να κάνουμε μια μεταφορά, το μετακομμοννιστίκό κίνημα αποτε­λεί έναν ‘εγκόσμιο’, έναν ‘γήινο’ κομμουνισμό, που κατέβηκε από τα σύννεφα εδώ, στον κόσμο των δακρύων. Και προφα­νώς αυτό είναι πολύ πιο ενθουσιαστικό, για μας από ότι η αποστειρωμένη εικόνα ενός ‘τέλειου κόσμου’.

Πρόκειται για μια αλλαγή μεγάλης κλίμακας και πιστεύου­με πως συνδέεται με το πέρασμα σε μια νέα εποχή της ανθρώπινης σκέψης. Αν μπορούσαμε να κάνουμε μια περιοδολόγηση της σύγχρονης σκέψης, θα λέγαμε πως, μετά τον θάνατο του θεού, στην εποχή του διαφωτισμού, περνάμε στην περίοδο της ενθρόνισης του ανθρώπου στη θέση του, μέσω της ιστορίας. Η πιο ολοκληρωμένη μορφή αυτής της θέωσης του ανθρώπου, όχι πια σε φαντασιακό-μυθολογικό πεδίο, όπως κάνει ο θεάνθρωπος, αλλά σε ιστορικό, υπήρξε το κομμου­νιστικό κίνημα και η προσδοκία της εγκαθίδρυσης του κομμουνιστικού παραδείσου. Σήμερα, μετά την κρίση της νεωτερικότητας και την εξάντληση της ανθρωποκεντρικής εκπαιδευτικής ουτοπίας, εισερχόμαστε σε ένα νέο κόσμο, όπου, είτε στη μεταμοντέρνα εκδοχή της ‘χαμηλής πτήσης’ είτε σε εκείνη της μετά/κομμουνιστικής εκκοσμικευμένης ουτο­πίας, το ‘παράδειγμα’ μετακινείται προς την κατεύθυνση της βίωσης ή του μετασχηματισμού της καθημερινότητας, της απόρριψης του διαφορισμού παρόντος και επέκεινα. Εδώ είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση εδώ’, θα πει ο ποιητής. Ο μεγάλος μετασχηματισμός της ανθρώπινης σκέψης, των θε­ωριών, των προσδοκιών είναι πλέον η εγκατάλειψη του ιουδαιοχριστιανικού δυϊσμού που εξέθρεφε τις θρησκευτικές ή εγκόσμιες ουτοπίες. Βρισκόμαστε πλέον στο εδώ και τώρα και τουλάχιστον για πολλά χρόνια δεν θα το εγκαταλείψουμε.

Για όσους βιώνουν ακόμα τον κόσμο μέσα από τον δυϊσμό, μέσα από το ιουδαιοχριστιανικό/μαρξιστικό παράδειγμα, μέσα από τον διαφορισμό παρόντος και ουτοπίας, η –τραγική ή όχι– απώλεια του επέκεινα συνιστά μια κατάρρευση χωρίς προηγούμενο, μια κατάρρευση εποχής. Γι’ αυτό και ο γενι­κευμένος αποπροσανατολισμός του κόσμου μας. Γιατί επι­στρέφουμε –κατά κάποιο τρόπο– σε έναν προχριστιανικό κόσμο, παρόμοιο με τον αρχαιοελληνικό ή τον απωανατολικό, όπου το ευ ζειν ορίζεται με βάση τη δική του εσωτερική αλληλουχία και όχι με βάση την αναφορά σε μια εξωτερική αρχή. Καταρρέει λοιπόν ο κόσμος της νεωτερικότητας και τα κινήματα του κοινωνικού μετασχηματισμού είναι υποχρεωμέ­να να μεταβάλουν το φαντασιακό τους. Το ερώτημα δεν είναι πλέον ο ‘τέλειος’ κομμουνισμός αύριο, ο μαρξιστικός κομμου­νισμός, αλλά ‘το κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων’, εδώ και τώρα.

Έτσι η σύνθεση των υποκειμένων, η πολυδιάστατη φύση τους, οι σταδιακοί αλλά βαθείς μετασχηματισμοί της κοινω­νίας και της οικονομίας δεν αποτελούν πλέον έναν κομμου­νισμό in vitro, αλλά ένα κίνημα μετασχηματισμού in vivo.

Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να φαντασθούμε –σε αδρές γραμμές– το πιθανό διάγραμμα αυτής της νέας ‘ουτοπίας’, μιας ουτοπίας που έχει πάψει να είναι τέτοια, όπως έχει ήδη τεθεί από τα κοινωνικά κινήματα και τη δράση των ανθρώ­πων.

Κοινωνική παραγωγικότητα και ανθρώπινες ανάγκες

Σε όλη την έκταση του δοκιμίου μας προσπαθήσαμε να δείξουμε πως η κοινωνική παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας μπορεί σήμερα να καλύψει όλες τις βασικές ανθρώ­πινες ανάγκες σε πλανητική κλίμακα· αντίθετα είναι η διαρκώς άνιση κατανομή ανάμεσα σε Βορρά και Νότο, ανάμεσα σε ανώτερα και κατώτερα κοινωνικά στρώματα, εκείνη που γεννάει την έλλειψη, την ανέχεια, την αλλοτρίωση.

Βέβαια, στα πλαίσια του καπιταλιστικού κόσμου, ίσως για αιώνες ακόμα, δεν υπάρχει δυνατότητα να καλυφθούν οι ανθρώπινες ανάγκες/επιθυμίες, γιατί η ιδιαιτερότητα του καπιταλιστικού φαντασιακού είναι ότι τις διευρύνει με την κτητική/υλική μορφή τους στο διηνεκές και κατά συνέπεια αναπαράγει αδιάκοπα το δίπολο πλούτος/φτώχεια, κάλυψη/ έλλειψη αναγκών. Και ο καπιταλισμός χωρίς ανισότητα, χωρίς έλλειψη, χάνει οποιοδήποτε κίνητρο για επέκταση και συσσώρευση.

Και όμως σήμερα, για πρώτη φορά μετά τις πρωτόγονες κοινωνίες, ζούμε σε κοινωνίες της αφθονίας, σε αντίθεση με τις προηγούμενες κοινωνικές μορφές. Σε αυτήν την παραδοχή εξ άλλου στηρίχθηκε η εξαγγελία του μαρξιστικού παραδεί­σου. Ο άνθρωπος διώχθηκε από τον Παράδεισο και δημιούρ­γησε τον πολιτισμό με τον Ίδρωτα του προσώπου του’, δηλαδή με το τίμημα της ανισότητας. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και ο Φειδίας μπόρεσαν να υπάρξουν γιατί υπήρχαν οι δούλοι κ.λπ. κ.λπ. Το κοινωνικό υπερπροϊόν των αγροτικών κοινωνιών ήταν τόσο μικρό και ασταθές, ώστε η κάλυψη των αναγκών όλων και η δημιουργία του ανθρώπινου πολιτισμού ήταν μάλλον αντιφατικές μεταξύ τους. (Βέβαια έχουμε αρχίσει να αμφιβάλλουμε ακόμα και γι’ αυτή την τόσο ‘προφανή’ διαπίστωση, όπως και για το εάν η αρχαία Ελλάδα, στην κλασσική εποχή, στηριζόταν σε τέτοια κλίμακα στη δουλική εργασία, αλλά δεν είναι της ώρας να τη συζητήσουμε. Ας την δεχθούμε για τις ανάγκες της έκθεσης μας.) Η σημερινή κοινωνία, αντίθετα, διαθέτει τη δυνατότητα να καλύψει το σύνολο των βασικών ανθρώπινων αναγκών. Όμως αντί γι’ αυτό, συσσωρεύει όλο και περισσότερα αντικείμενα στα χέρια μιας μειοψηφίας του ανθρώπινου πληθυσμού, που κάνουν εσαεί απαγορευτική την κάλυψη των αναγκών των υπολοί­πων. Και έτσι –με αυτή τη δυναμική– αυτοδιαιωνίζεται.

Οι θεωρητικοί της ανισότητας και της πολιτικής οικονο­μίας απαντούν πως ακριβώς αυτή η εισοδηματική διαφορο­ποίηση αποτελεί το κίνητρο για την ανάπτυξη της παραγωγής και εν τέλει για την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, την ανάπτυξη του πολιτισμού· άρα, όπως και στις προηγού­μενες κοινωνικές μορφές, η ανισότητα είναι αναγκαία ως κίνητρο για την ‘ανάπτυξη’. Αναρωτιέται όμως κανείς τι προσθέτει στον ανθρώπινο πολιτισμό η απόκτηση δύο ιδιω­τικών αυτοκινήτων ανά οικογένεια, πολλών τηλεοράσεων, η καρκινογόνα –στην έκταση που έχει πάρει– κρεοφαγία, ο πολλαπλασιασμός των πορνο-κλαμπ και της κοινωνίας της διασκέδασης, η κατασκευή δεύτερης και τρίτης κατοικίας, τα δισεκατομμύρια δολλάρια για την κατανάλωση ναρκωτικών, η αυξανόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος.

Ο περιβαλλοντικός καταναγκασμός προκαλεί ήδη τερά­στιες μειώσεις του ΑΕΠ σε όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες, εξ αιτίας τόσο των οικολογικών καταστροφών, όσο και των δαπανών απορρύπανσης. Η ίδια η Διεθνής Τράπεζα υπολό­γισε πως αυτή η μείωση του εισοδήματος κυμαίνεται από 5-15% του ΑΕΠ στη Μαδαγασκάρη λόγω της διάβρωσης του εδάφους και μόνο, στην Πολωνία λόγω μόλυνσης από 4,4-7,7%, στη Γερμανία πριν από την ενοποίηση λόγω μόλυνσης από 1,7-4,2%, στις ΗΠΑ για τον έλεγχο της ατμοσφαιρικής μόλυνσης, το 1981, ανάμεσα στο 0,8-2,1%, στην Ουγγαρία λόγω μόλυνσης 5%, στην Αιθιοπία λόγω αποδάσωσης 6-9 %,κ.ο.κ.[5]

Και μήπως αυτή η συσσώρευση αγαθών δεν έχει ήδη γίνει εμπόδιο στην ανάπτυξη του πολιτισμού, υποχρεώνοντας τους ανθρώπους να εργάζονται περισσότερο για την απόκτηση αυτών των αγαθών, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα τους να επεκτείνουν τις γνώσεις τους και να αναπτύσσουν πολιτιστι­κές και συλλογικές δραστηριότητες, που προφανώς θα πολλαπλασίαζαν τη συνολική παραγωγικότητα της κοινω­νίας; Η επιβίωση του καπιταλιστικού κτητικού/βουλιμικού φαντασιακού αποτελεί πια εμπόδιο στην ανάπτυξη του πολιτισμού! Μια κοινωνία με σύμβολο της την παραγωγικό­τητα γίνεται απολύτως αντιπαραγωγική μέσα σε μια φρενίτι­δα παραγωγικής δραστηριότητας, γιατί η στενά επιχειρημα­τική παραγωγικότητα έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνική παραγωγικότητα.

Οι αυτοκινητοβιομηχανίες αυξάνουν διαρκώς την παρα­γωγικότητα τους, για να κατασκευάζουν πιο αποδοτικά αυτοκίνητα, την ίδια στιγμή που το κόστος συντήρησης του ιδιωτικού αυτοκινήτου απαιτεί, σε επίπεδο ατομικών και δημοσίων δαπανών, περίπου το 1/4 ή το 1/5 του εθνικού εισοδήματος των αναπτυγμένων κοινωνιών. Πρόκειται για έναν πολιτιστικό παραλογισμό. Όπως έχει δείξει ο Αντρέ Γκορζ, θα αρκούσε οι άνθρωποι να νοικιάζουν τα αυτοκίνητα που χρειάζονται για τις λίγες στιγμές της μετακίνησης έξω από την πόλη ή να χρησιμοποιούν από κοινού και εναλλάξ τα ιδιωτικά αυτοκίνητα, ώστε να αλλάξει ριζικά η ζωή μας, να μειωθούν οι δαπάνες, η μόλυνση, να γίνουν άνετες και να γενικευθούν οι δημόσιες μεταφορές κ.λπ.[6]

Η διαπίστωση είναι αδιαμφισβήτητη. Ο καπιταλισμός αποτελεί ήδη εμπόδιο για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και την ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Ως προς αυτό ο Μαρξ είχε απόλυτο δίκιο, η καπιταλιστική μορφή της κοινωνίας εμποδίζει την ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Και εάν στον προβληματισμό μας εντάξουμε την οικολογική παράμετρο των χωρίς όρια καταστροφών στη φύση και την ανθρώπινη φύση, τότε το πολιτιστικό επιχείρη­μα αντιστρέφεται ριζικά και αμετάκλητα. Ο καπιταλισμός είναι ήδη μια παρωχημένη κοινωνική μορφή. Και όμως συνεχίζει να ζει και να βασιλεύει, γιατί είναι συνδεδεμένος με βαθύτερα χαρακτηριστικά των ανθρώπινων πολιτισμών –ίσως και του ίδιου του ανθρώπου– την εξάπλωση, την κατάκτηση, τη βουλιμία, γιατί έχει εντάξει τις ίδιες τις κατώτερες τάξεις στο πρόταγμά του, γιατί μέσα από τους νόμους της παγκόσμιας αγοράς και την πολιτιστική του ηγεμονία σπρώχνει το σύνολο του πλανήτη σε αυτή τη φρενήρη αναπαραγωγή του προτύπου του.

Ο μαρξισμός, ο αναρχισμός και όλες οι εξισωτικές ανθρω­πιστικές αντιλήψεις, επειδή διέγνωσαν αυτό τον παραλογισμό και το βύθισμα στη βαρβαρότητα στην οποία οδηγεί η συσσώρευση εμπορευμάτων, πεισμένοι ότι ο άνθρωπος είναι ένα ορθολογικό ον, ένα ον που κάνει τις σωστές επιλογές, υποστήριξαν πως εν τέλει θα απορρίψει τον ανορθολογικό καπιταλισμό και θα περάσει σε μια κοινωνία αρμονική, σχεδιοποιημένη, επιτέλους στην Ιστορία, με κεφαλαίο Ι. Όμως εμείς είμαστε πια παιδιά του Φρόυντ και του Νίτσε, του Χάιντεγκερ και της Σχολής της Φρανκφούρτης, γνωρίζουμε τη φυσιολογία του εγκεφάλου και την ανθρώπινη συμπεριφορά, που είναι σύνθεση ‘oρθολογικών’ και ‘ανορθολογικών’ στοι­χείων, είμαστε εν τέλει παιδιά της κατάρρευσης του μαρξιστι­κού κομμουνιστικού ονείρου και ξέρουμε ότι ο άνθρωπος δεν είναι ορθολογικός, με την έννοια που έδιναν ο διαφωτισμός και οι σοσιαλιστές θεωρητικοί σε αυτό τον όρο. Κινείται από το συμφέρον αλλά και την αλληλεγγύη, από τον έρωτα και τον θάνατο, είναι ζώο με βαθειά ριζωμένα ένστικτα, είναι ζώο πολιτικό και κοινωνικό. Η επέκταση είναι φυλογενετικά καθορισμένη και συνδέεται με το ένστικτο της επιβίωσης.

Επειδή είναι κοινωνικό ζώο, είναι πιθανό να μετέχει απολύτως στο φαντασιακό της κοινωνίας στην οποία βρίσκε­ται και να μη μπορεί να ξεφύγει από αυτό, έστω και αν αυτή οδηγείται σε αδιέξοδο. Μήπως λοιπόν δεν υπάρχει ελπίδα;

Όχι βέβαια, γιατί, όπως τονίσαμε, συστατική της αστικής κοινωνίας είναι η αντιφατική ιδεολογία που περιγράψαμε –ισότητα, ανισότητα– που δίνει τη δυνατότητα στην αμφισβή­τηση ενώ ο καπιταλισμός οδηγείται σήμερα σε οικολογικό, κοινωνικό και ανθρωπολογικό αδιέξοδο. Και, προπαντός, συστατικό στοιχείο της ‘oυσίας’ του ανθρώπου είναι ταυ­τόχρονα η αλληλεγγύη και ο έρωτας, η ανάγκη της αναγνώ­ρισης του άλλου, η ανάγκη της ισότητας. Υπάρχει λοιπόν ελπίδα. Ελπίδα όμως και όχι βεβαιότητα.

Μητροπόλεις και Τρίτος Κόσμος

Μια βασική υπόθεση της εργασίας μας είναι πως ο παλαιός διαχωρισμός ανάμεσα σε Βορρά και Νότο εξακολουθεί να ισχύει αλλά και να αμφισβητείται ταυτόχρονα. Ο ‘Νότος’ επανέρχεται στην παγκόσμια ιστορία όχι μόνον ως πολιτικό υποκείμενο, αλλά, μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973, όλο και περισσότερο ως οικονομική συνιστώσα της παγκόσμιας οικονομίας. Αρχικά προσπαθώντας να πουλήσει πιο ακριβά τις πρώτες ύλες του, και στη συνέχεια παρεμβαίνοντας –τουλάχιστον ο ‘Νότος’ της Νότιας και Ανατολικής Ασίας– ως ανερχόμενη δύναμη στις παγκόσμιες βιομηχανικές ανταλ­λαγές. Δισεκατομμύρια άνθρωποι εισέρχονται με τον έναν ή άλλο τρόπο στον κόσμο της βιομηχανικής παραγωγής και κατανάλωσης. Η Κίνα, για δεκαπέντε συνεχή χρόνια, έχει ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ 9% τον χρόνο και οι εξωτερικές της ανταλλαγές ξεπέρασαν τα 200 δισεκατομμύρια δολλάρια. Παράλληλα βέβαια, ένα άλλο μέρος του Τρίτου Κόσμου, κυρίως η Μαύρη Αφρική, οι αραβικές χώρες, καθώς και η πρώην Ανατολική Ευρώπη, γνωρίζουν μια παρατεταμένη και αδιέξοδη κρίση.

Ωστόσο, ενώ το επίκεντρο της παγκόσμιας συσσώρευσης μεταφέρεται στην Ασία, ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ρόδα. Κάθε άλλο μάλιστα. Αν η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν και το Χονγκ Κονγκ ή η Σινγκαπούρη μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές έστω και ως υποσταθμοί της παγκόσμιας ιμπερια­λιστικής κυριαρχίας, δεν μπορεί να συμβεί το ίδιο με χώρες εκατοντάδων εκατομμυρίων ή δισεκατομμυρίων, όπως η Κίνα, η Ινδονησία, η Ινδία. Η παγκόσμια αγορά δεν μπορεί να δεχθεί από την Κίνα να επαναλάβει το προηγούμενο της Ιαπωνίας ή των ‘μικρών τίγρεων’, δηλαδή να φθάσει σε εξαγωγές τρισεκατομμυρίων δολλαρίων, σύμφωνα με τα μεγέθη της. Αναπόφευκτα η αγορά θα κατέρρεε ή, τουλά­χιστον, θα οδηγούμασταν σε συγκρούσεις και ανακατατάξεις μεγάλης κλίμακας. Επίσης, στο εσωτερικό αυτών των μεγάλων χωρών, οι κοινωνικές αντιθέσεις θα οδηγηθούν και πάλι σε σημείο βρασμού. Στην Κίνα, η ταχύρρυθμη ανάπτυξη των παράκτιων περιοχών δημιουργεί αβυσσαλέες αντιθέσεις με την ενδοχώρα και εκατομμύρια Κινέζοι αγρότες θα βρεθούν χωρίς απασχόληση στα επόμενα είκοσι ή τριάντα χρόνια.[7] Όσο για τα οικολογικά όρια της ανάπτυξης της Κίνας, αρκεί να υπενθυμίσουμε πως η πίεση στους φυσικούς πόρους έχει ήδη γίνει ασφυκτική.

Τα αδιέξοδα είναι τόσο εμφανή ώστε τα σχόλια περιτ­τεύουν. Τι πρόκειται να συμβεί σε λίγα χρόνια όταν η αγροτική παραγωγή δεν θα μπορεί να καλύψει την αυξανό­μενη ζήτηση κρέατος και ο βαθμός της καταστροφής του περιβάλλοντος θα πολλαπλασιάσει τις οικολογικές καταστροφές και τη διάβρωση του εδάφους, όπως ήδη αποδεικνύουν οι τεράστιες πλημμύρες του καλοκαιριού του 1995;

Αυτή η ‘θυελλώδης’ ανάπτυξη θα γνωρίσει πολύ σύντομα τα όρια της και στο επίπεδο της εκπαίδευσης αφού η Κίνα, σε αντίθεση με την εκτεταμένη βασική εκπαίδευση, καθυστερεί απελπιστικά στην ανώτατη. Αυτό, σε μια πρώτη φάση οικο­νομικής ‘απογείωσης’, ίσως ήταν θετικό γιατί επέτρεψε τη συμμετοχή του συνόλου του πληθυσμού στην ανάπτυξη και εμπόδισε την κοινωνική διαφοροποίηση. Όμως ήδη θεωρείται ένα από τα μεγάλα αδιέξοδα της κινεζικής ανάπτυξης.

Είναι προφανές λοιπόν πως θα περάσουμε σε νέες και πρωτοφανείς μορφές αντιπαράθεσης Βορρά-Νότου, ενώ στον Νότο θα ‘επιστρέψουν’ τα επαναστατικά κινήματα που θα απαιτούν την αλλαγή ενός μοντέλου ανάπτυξης οικονομικά, κοινωνικά και οικολογικά αδιέξοδου.

Σε πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου επανεμφανίζονται απελευθερωτικά κινήματα, συχνά ένοπλα. Το παράδειγμα των Ζαπατίστας στο Μεξικό είναι χαρακτηριστικό. Λιγότερο γνωστή είναι η επανεμφάνιση των ‘ναξαλιτών’ στην Ινδία, των επαναστατών που ξεκίνησαν τις αγροτικές εξεγέρσεις στο Ναξαλμπάρι της Δυτικής Βεγγάλης το 1967. Ενώ φάνηκαν να συντρίβονται από τη συνδυασμένη δράση του στρατού, του Κόμματος του Κογκρέσου και του ΚΚΙ (μαρξιστικού), που συνεχίζει να βρίσκεται στην εξουσία στη Βεγγάλη, επανεμφα­νίσθηκαν σε μια έκταση που αγκαλιάζει όλη την Κεντρική Ινδία. Η δράση τους επεκτείνεται από τη Μαχαράστρα (πρωτεύουσα Βομβάη), στη Δυτική Ινδία μέχρι την Άντρα Πραντές στον Νότο και τη Βεγγάλη ή το Μπιχάρ στα Ανατολικά. Στη δεκαετία του ’90, οι νεκροί από τις συγκρού­σεις με την αστυνομία και τον στρατό ανέρχονται σε χιλιάδες και οι ‘ναξαλίτες’ οργανώνουν και πάλι τις κατώτερες κάστες και τους αναρίθμητους εργάτες γης που δημιούργησε η ‘πράσινη επανάσταση’ της δεκαετίας του ’80. Ο Κάντσα Ιλάια, καθηγητής των πολιτικών επιστημών στην Άντρα, δήλωνε στον Μπρούνο Φιλίπ της Monde:

«…την ημέρα που θα ξεσπάσει η επανάσταση, η ανθρωπότητα δεν θα έχει δει τίποτε το τόσο αιματηρό. Σήμερα εμείς, οι ζωντανοί-νεκροί της Ινδίας, αρχίζουμε να σηκώνουμε το κεφάλι…»[8]

Η ‘αποσύνδεση’ την οποία ευαγγελίζεται ο Σαμίρ Αμίν[9] θα γίνει και πάλι ανάγκη για τον Τρίτο Κόσμο – τόσο τον αναπτυσσόμενο όσο και κυρίως για τους ‘χαμένους της Αφρικής και της Εγγύς Ανατολής’. Και ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός είναι μόνο μια μορφή αυτού του βαθύτατου κινήματος που θα αναταράξει τον κόσμο.

Από τη μεγαμηχανή στη μικροκλίμακα

Η βασική διαχρονική αρχή της καπιταλιστικής παραγωγής υπήρξε, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, η αδιάκοπη μεγέθυνση των επιχειρήσεων, των παραγωγικών μονάδων, της κλίμακας της παραγωγής. Οι οικονομίες κλίμακας ήταν η βασική αρχή την οποία διδάσκονταν οι πρωτοετείς των οικονομικών σχολών. Όσο μεγαλύτερη η επιχείρηση και η παραγωγική μονάδα τόσο χαμηλότερο το κόστος κ.λπ. Έτσι η παραγωγική διαδικασία απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ από τους άμεσους παραγωγούς, το ίδιο και η δυνατότητα επηρεασμού των αποφάσεων σε εργοστάσια που πλησίαζαν τις 50 ή 100 χιλιάδες εργαζομένους, όπως στις αυτοκινητο­βιομηχανίες του Ντητρόιτ ή τη Μιραφιόρι της ΦΙΑΤ στο Τορίνο. Η Επιστημονική οργάνωση της εργασίας’, ο ταιηλορισμός, η διάσπαση της εργασίας σε μια πληθώρα απομονωμένων χειρισμών ήταν Ό νόμος και οι προφήτες’. Μια τέτοια οργάνωση της εργασίας κατέστρεφε κάθε δυνα­τότητα αυτοδιαχείρισης από τους παραγωγούς και στο μόνο που μπορούσε να τους στρέψει ήταν είτε στη διεκδίκηση καλύτερων μισθών είτε στην καταστροφή του ιεραρχικού συστήματος. Αυτή ήταν και η στρατηγική του εργάτη-μάζα, του εργάτη της αλυσίδας παραγωγής, ο οποίος είχε αποξε­νωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά από την τεχνική γνώση της διαδικασίας της παραγωγής.

Βέβαια ο επιχειρηματικός και παραγωγικός γιγαντισμός αντιμετώπιζε κριτική. Ήδη ο περίφημος ‘νόμος του Πάρκινσον’ έδειχνε πως όσο αυξάνονται τα μεγέθη μιας επιχείρησης, τόσο εντείνεται η αδιαφάνεια ανάμεσα στα διαφορετικά ιεραρχικά επίπεδα και η γραφειοκρατικοποίηση, με αποτέ­λεσμα οι οικονομίες κλίμακας να αναιρούνται τελικά από το βάρος της γραφειοκρατικής δομής. Στο επίπεδο της οργάνω­σης της παραγωγής είχε σωστά επισημανθεί πως ο ταιηλορισμός είναι αποδοτικός μέχρις ενός σημείου, πέραν του οποίου επιτείνει την ανομία της οργάνωσης της παραγωγής.

Αλλά και στο επίπεδο της παγκόσμιας οργάνωσης της παραγωγής, η αυξανόμενη διεθνοποίηση από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά θα παραπέμπει όλο και περισσό­τερο στην πολυεθνική επιχείρηση και στην παγκόσμια οργά­νωση της αγοράς, ενώ οι δασμοί των βιομηχανικών χωρών θα πέσουν από το 40% το 1947, όταν ιδρύθηκε η ΟΑΤΤ, στο 5% το 1990 και, σήμερα, μετά τον ‘γύρο της Ουρουγουάης’, τείνουν προς τον μηδενισμό τους. Έτσι η οικονομία, στο σύνολο της, μοιάζει να βαδίζει προς μια αναπόφευκτη παγκοσμιοποίηση και γιγαντοποίηση που κάνει όλο και πιο απίθανη τη δυνατότητα ενός κοινωνικού ελέγχου πάνω στη μεγαμηχανή.

Ωστόσο, η δεκαετία του ’70 θα δει την κρίση της μεγάλης επιχείρησης και της ταιηλορικής παραγωγικής μονάδας να κορυφώνεται. Στο επίπεδο της οργάνωσης της εργασίας, οι αλλαγές θα είναι σαρωτικές. Η μεγάλη μονάδα παραγωγής θα γίνει η έδρα των κινητοποιήσεων του εργάτη-μάζα και η ακρόπολη της ακαμψίας του εργατικού εισοδήματος. Στην Ιταλία, η ΦΙΑΤ-Μιραφιόρι θα μειώσει κατά δεκάδες χιλιάδες το προσωπικό της, ενώ στην Αμερική, οι μεγάλες αυτοκινη­τοβιομηχανίες θα χάσουν πάνω από 300.000 εργαζομένους. Στη Γαλλία, μέσα σε δεκαπέντε χρόνια (1980-1994), οι βιομηχανικοί εργάτες των μεγάλων εργοστασίων θα πέσουν από 6 εκατομμύρια σε 4,8 εκατομμύρια. Το μέγεθος των μονάδων παραγωγής θα μειωθεί και ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής θα παραχωρηθεί σε επιχειρήσεις υπεργολαβίας, σύμφωνα με το γιαπωνέζικο πρότυπο. Στα ευαίσθητα σημεία της αλυσίδας παραγωγής, τα ρομπότ θα αντικαταστήσουν τους εργάτες, ενώ η ίδια η αλυσίδα θα αντικατασταθεί, στην τελική φάση της συναρμολόγησης των αυτοκινήτων, από την κατασκευή του αυτοκινήτου από μια ενιαία εργασιακή ομάδα. Στο εργοστάσιο αυξάνεται και πάλι το ποσοστό των ειδικευ­μένων εργατών, σε αντίθεση με όλη τη μακρόχρονη περίοδο από την εφαρμογή της αλυσίδας παραγωγής, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι τη δεκαετία του ’70, στη διάρκεια της οποίας επεκτεινόταν η ανειδίκευτη εργασία. Η ανειδίκευ­τη εργασία αντικαθίσταται εν μέρει από το ρομπότ ή εξορίζεται εκτός εργοστασίου μέσω του φασόν και της υπεργολαβίας. Ο μέσος όρος των απασχολούμενων ανά παραγωγική μονάδα μειώνεται και η ‘τρίτη Ιταλία’, η Ιταλία του κέντρου με τις μικρές μονάδες, γίνεται το πρότυπο αυτής της νέας παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Όσο για τον ανερχό­μενο τομέα των ηλεκτρονικών, είναι χαρακτηριστικό ότι η Σίλικον Βάλλεϋ αποτελείται από μικρές μονάδες ειδικευμένης εργασίας (βέβαια η ανειδίκευτη εργασία έχει εξοριστεί στη Μαλαισία ή το Μεξικό, όπου παράγονται τα microchips των υπολογιστών). Μέσα στο εργοστάσιο, οι ιεραρχικές βαθμίδες περιορίζονται ριζικά και συχνά τα γραφεία βρίσκονται στον ίδιο όροφο με τη μονάδα παραγωγής, κατά το σκανδιναβικό πρότυπο. Οι μικρές παραγωγικές μονάδες, με τη χρήση της πληροφορικής, τη διασύνδεση τους με τράπεζες δεδομένων, την ευλυγισία τους στην παραγωγή, σύμφωνα με τις απαιτή­σεις της αγοράς, και την ώσμωση ανάμεσα στη διεύθυνση και την παραγωγή, ανεβάζουν κατά πολύ την παραγωγικότητα τους και οι περιβόητες ‘οικονομίες κλίμακας’ συχνά αντιστρέ­φονται. Η ανειδίκευτη εργασία, τουλάχιστον στη Δύση, εκτοπίζεται εκτός βιομηχανικής παραγωγής, στις υπηρεσίες, όπου και επεκτείνεται το part time και η απασχόληση των γυναικών.[10]

Όμως και σε ό,τι αφορά τον μύθο των πολυεθνικών, η κρίση υπήρξε σαρωτική. Ενώ οι πωλήσεις των 500 μεγαλύτε­ρων πολυεθνικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με τον κατάλογο του περιοδικού Fotune, αντιπροσώπευαν το 40% του ΑΕΠ των καπιταλιστικών χωρών το 1960, έφθασαν σχεδόν στα 60% το 1979 για να πέσουν στο 38% το 1993.[11] Πρόκειται κυριολεκτικά για κατάρρευση του επιπέδου συγκεντροποίησης της παραγωγής. Και θα πρέπει να περιμένουμε ότι η συρρίκνωση του ποσοστού των μεγάλων πολυεθνικών θα συνεχίζεται για όλα τα επόμενα χρόνια, στον βαθμό που αναπτύσσονται οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι πολυεθνικές των νέων βιομηχανικών χωρών. Αυτή η εξέλιξη βέβαια δεν είναι μονοδιάστατη. Οι πολυεθνικές εξακολουθούν να διεισ­δύουν σε νέες αγορές αλλά όλο και πιο συχνά αποκεντρώνουν την παραγωγή ή αναπτύσσουν κοινές επιχειρήσεις με ντόπιες ή παραχωρούν μεθόδους και σήματα. Έτσι, για παράδειγμα, η Κόκα-Κόλα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία θα παράγεται από την ελληνική εταιρεία 3Ε η οποία πληρώνει royalties στη μητρική εταιρεία.

Ο Σουμάχερ, στο κλασσικό πλέον βιβλίο του Το μικρό είναι όμορφο,[12] θα δείξει τα πλεονεκτήματα της μικρής επιχείρησης απέναντι στη μεγάλη. Και εάν αυτό αποτελεί ήδη μια πραγματικότητα στα πλαίσια του ίδιου του καπιταλισμού και της παντοδυναμίας της αγοράς, μπορούμε να φανταστούμε τι θα σήμαινε σε μια κοινωνία οργανωμένη σύμφωνα με τις ανάγκες της και όχι σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς. Ακόμα και στο μικρότερο χωριό θα ήταν δυνατό να πα­ραχθούν βασικά αγαθά με τις πιο σύγχρονες μεθόδους. Η λογική του ‘μεγάλου άλματος προς τα εμπρός’, η οποία έπαιξε βασικό ρόλο στην εξάπλωση της βιομηχανικής παραγωγής σε όλη την Κίνα, θα μπορούσε να επαναληφθεί με επιτυχία σε παγκόσμια κλίμακα. Πράγματι, τί απαγορεύει να παράγονται στα ελληνικά νησιά αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα που κάποτε παρήγοντο εκεί, αν όχι η λογική της τουριστικής μονοκαλλιέργειας και κάποιου συγκριτικού ψευδοπλεονεκτήματος;

Τέλος, σε ό,τι αφορά την αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση, αυτή είναι γεγονός, όσο είναι γεγονός και η ταυτόχρονη περιφερειοποίησα των ανταλλαγών. Σε ό,τι αφορά την Ευρω­παϊκή Ένωση, είναι ήδη γνωστό πως το 60% περίπου των ανταλλαγών της αφορά ανταλλαγές στο εσωτερικό της. Στη Λατινική Αμερική –κλασσικό παράδειγμα μονοδιάστατης σχέσης με τις παλιές αποικιακές δυνάμεις και τον Βορρά και σχεδόν ολοκληρωτικής ανυπαρξίας ανταλλαγών σε περιφε­ρειακό επίπεδο παρά την κοινή κουλτούρα και γλώσσα– τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν ταχύτατα. Μέσα σε πέντε χρόνια, από το 1989 μέχρι το 1993, οι εξαγωγές των χωρών του Mercosur, της κοινής αγοράς του νότιου κώνου της Λατινικής Αμερικής, που αφορούν τις μεταξύ τους ανταλλαγές, πέρασαν από το 8,2% του συνόλου στο 18,5%.[13]

Στην Ασία, οι εξαγωγές προς άλλες ασιατικές χώρες πέρασαν, από το 32% του συνόλου το 1967, σχεδόν στο 50% το 1988[14] και το ποσοστό συνεχίζει να ανεβαίνει. Όσο για την… Ελλάδα, μέχρι το 1994, μέσα σε τέσσερα χρόνια, έχουν πολλαπλασιασθεί επί τρία οι ανταλλαγές με τις βαλκανικές χώρες.

Δηλαδή ο γιγαντισμός, η ιεραρχικοποίηση, η παγκοσμιο­ποίηση, είναι μια πραγματική τάση, αλλά εξ ίσου πραγματική είναι και η αντίστροφη τάση στη σμίκρυνση, τη μείωση των ιεραρχικών επιπέδων, την περιφερειακή ενσωμάτωση. Είναι ζήτημα μοντέλου κοινωνικών σχέσεων σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, η ανάπτυξη της μιας ή της άλλης τάσης. Ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες, πρότυπο της απορρύθμισης, η ενίσχυση του ρpart time στο σύνολο της απασχόλησης, η διάχυση της εγκληματικής οικονομίας κ.λπ., συμβαδίζουν με την παράλληλη ενίσχυση της ειδικευμένης εργασίας και της συμμετοχής στο εσωτερικό των παραγωγικών μονάδων. Πολλοί θα μπορούσαν να ισχυριστούν πως αυτά τα φαινόμε­να αφορούν μόνο τις αναπτυγμένες κοινωνίες, ενώ στις καθυστερημένες καπιταλιστικές χώρες κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό. Και όμως έχουμε πολλά παραδείγματα φτωχών χωρών ή έστω συγκεκριμένων περιοχών, που κατορθώνουν να ισορροπούν καλύτερα από αρκετές ‘αναπτυγμένες’. Ενδει­κτικό είναι το παράδειγμα της Κεράλα στην Ινδία. Αυτό το μικρό –για τα μεγέθη της Ινδικής Ένωσης– κράτος, με τα 29 εκατομμύρια κατοίκους του, διαφοροποιείται ριζικά από την υπόλοιπη Ινδία. Εδώ, η παιδική θνησιμότητα φθάνει τους 17 θανάτους ανά 1.000 (στο επίπεδο της Ουάσινγκτον των ΗΠΑ) έναντι 79 για το σύνολο της Ινδίας, η θνησιμότητα των γυναικών κατά τον τοκετό είναι 50 φορές μικρότερη από τον εθνικό μέσο όρο(!), η πληθυσμιακή άνοδος είναι μόνο 1,1%, και ο μισός πληθυσμός εφαρμόζει μεθόδους αντισύλληψης-δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου παραγκογειτονιές και τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο αντί να δουλεύουν. Η οικονο­μία στηρίζεται στην ανάπτυξη των τοπικών επιχειρήσεων, η γη είναι μοιρασμένη στους αγρότες, οι συνεταιρισμοί είναι αναπτυγμένοι και το κράτος επενδύει στον κοινωνικό τομέα.[15]

Είναι, λοιπόν, εφικτή η ‘ουτοπία’ μιας άλλης οικονομικής ανάπτυξης όπου οι παραγωγοί αναλαμβάνουν οι ίδιοι τη διαχείριση των επιχειρήσεων, η κοινωνία ενσωματώνει την οικονομία στις συνολικές της ανάγκες και δεν κατευθύνεται από την οικονομία, ενώ η περιφερειακή ανάπτυξη επεκτείνε­ται σε βάρος των αφηρημένων παγκόσμιων ρευμάτων.

Προς αυτή την κατεύθυνση συγκλίνουν πολλές από τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες της εποχής. Η πληροφορικοποίηση παγκοσμιοποιεί αλλά ταυτόχρονα ‘τοπικοποιεί’, γιατί δίνει τη δυνατότητα στο πιο απομακρυσμένο χωριό να παράγει ή να πληροφορείται σύμφωνα με την τελευταία λέξη της τεχνι­κής.[16] Οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας είναι η πιο σημαντική προσφορά προς αυτή την κατεύθυνση. Η παραγωγή ηλεκτρι­σμού από τον ήλιο και τον αέρα απαλλάσσει τις τοπικές κοινωνίες από την εξάρτηση από το κράτος, τις πολυεθνικές του πετρελαίου και την αμερικάνικη ηγεμονία. Και μολονότι η στρατηγική του κεφαλαίου είναι ο στραγγαλισμός των ανανε­ώσιμων πηγών ενέργειας, αυτές αναπτύσσονται και προδια­γράφουν ένα διαφορετικό μέλλον ενεργειακής αυτονομίας. Στη Δανία, το 1994, το 3% της ηλεκτρικής ενέργειας προ­ερχόταν από τον άνεμο, στην Καλιφόρνια παράγεται τόση ενέργεια όση χρειάζεται το Σαν Φραντσίσκο και στην Ινδία εγκαινιάστηκε ένα πρόγραμμα ευρείας παραγωγής ηλεκτρι­σμού από τον άνεμο. Παράλληλα, η παραγωγή από την ηλιακή ενέργεια διευρύνεται διαρκώς και όχι μόνο μέσω εργοστασίων μετατροπής αλλά ακόμα και μέσω ‘οικιακών’ μονάδων. Πάνω από 200.000 σπίτια στο Μεξικό, την Ινδονη­σία, τη Νότια Αφρική και τη Σρι Λάνκα παίρνουν τον ηλεκτρισμό τους από Βλέπε φωτοβολταϊκά συστήματα εγκατεστημέ­να στις οροφές των σπιτιών τους.[17]

Βέβαια, ένα εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν με αυτόν τον τρόπο κηρύσσουμε μια επιστροφή στην αυτάρκεια και τα κλειστά σύνορα ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση, λογική η οποία υπήρξε σε ένα βαθμό επιλογή χωρών όπως η Αλβανία με τα επακόλουθα που γνωρίζουμε. Κατ’ αρχήν είναι προφανές πως δεν αναφερόμαστε στο ίδιο κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο με εκείνο του μαρξιστικού(;) κολλεκτιβισμού, το οποίο αντικατέστησε την παντοδυναμία της αγοράς από εκείνη του κράτους. Στα μοντέλα που αναφερό­μαστε η αγορά δεν καταργείται, απλώς περιορίζεται στην κάλυψη αναγκών που μπορεί να καλύψει καλύτερα και κοινωνικά αποδοτικότερα. Αυτός ο περιορισμός της αγοράς πραγματοποιείται τόσο με την επέκταση της κοινωνικής οικονομίας όσο και με την επανενσωμάτωση ποικίλων δρα­στηριοτήτων στην κοινότητα, που ο καπιταλισμός έτεινε να εμπορευματοποιεί στο έπακρο. Το ίδιο συμβαίνει με τις διεθνείς ανταλλαγές. Οι ανταλλαγές δεν καταργούνται αλλά, για λόγους κοινωνικής συνοχής και προστασίας του περι­βάλλοντος, περιορίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο στους τομείς των υλικών αγαθών και επεκτείνονται σε εκείνους των αυλών αγαθών, των επιστημονικών και πολιτιστικών ανταλ­λαγών, της επικοινωνίας. Αυτό το μοντέλο είναι μια πραγμα­τική τάση στην ίδια τη σημερινή κοινωνία και βέβαια δεν μπορούμε να το φαντασθούμε να εγκαθιδρύεται ‘σε μια και μόνο χώρα’, παρ’ όλο που η ανισόμετρη κοινωνική ανάπτυξη είναι πραγματικότητα τόσο όσο και η ανισόμετρη οικονομική ανάπτυξη.

Η επέκταση του ‘τρίτου τομέα’

Εδώ και τουλάχιστον εκατό χρόνια, ο οικονομικός ρόλος του κράτους ως ρυθμιστή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής καθώς και ως άμεσου εργοδότη διευρύνεται στα πλαίσια του καπιταλισμού (κρατική ρύθμιση της οικονομικής ζωής και ανάδειξη του κράτους-επιχειρηματία και του κοινωνικού κράτους σε επίκεντρο της ανάπτυξης). Όμως για δέκα ή δεκαπέντε χρόνια, και ακόμα πιο έντονα μετά την κατάρρευ­ση των ανατολικών κοινωνιών, αναπτύσσεται η τάση για περιορισμό του κράτους. Οι ιδιωτικοποιήσεις γενικεύονται, η απορρύθμιση των εξωτερικών συναλλαγών επεκτείνεται και οι κρατικοποιημένες σοσιαλιστικές οικονομίες ιδιωτικοποιού­νται ταχύτατα. Παρ’ όλο λοιπόν που το κράτος παραμένει ακόμα ο κύριος εργοδότης και ρυθμιστής της οικονομικής ζωής στον καπιταλιστικό κόσμο, η μακρόχρονη τάση στην ενίσχυση του μοιάζει να υποχωρεί. Αναδεικνύονται νέοι μηχανισμοί ρύθμισης και παρέμβασης, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο ΟΟΣΑ, ενισχύο­νται οι οργανισμοί του ΟΗΕ (FAO, UNICEF, Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, Αναπτυ­ξιακό Πρόγραμμα κ.λπ.), υπογράφονται όλο και περισσότε­ρες διεθνείς συμβάσεις, κ.ο.κ. Προπαντός δε, ενισχύονται οι περιφερειακοί οικονομικοί οργανισμοί, Ευρωπαϊκή ‘Ενωση, NAFTA, Mercosur, ASEAN, κ.ά., οι οποίοι μεταβάλλονται σταδιακά σε παράγοντες οικονομικής ρύθμισης, κατά το πρότυπο της ‘υπερκυβέρνησης’ των Βρυξελλών. Όμως η διαδικασία ρύθμισης από τους υπερεθνικούς οργανισμούς μόλις έχει αρχίσει, ενώ η μείωση του ρόλου των εθνικών κρατών συνοδεύεται από την ενίσχυση των πολυεθνικών και των διεθνών χρηματιστηριακών και νομισματικών ροών.

Την ίδια στιγμή, ‘ανεπαισθήτως’ θα λέγαμε, αναπτύσσεται και μάλιστα με μεγάλη ταχύτητα ο λεγόμενος ‘τρίτος τομέας’ της οικονομίας, ανάμεσα στο κράτος και την ιδιωτική επιχείρηση, ο συνεταιριστικός και κοινωνικός τομέας της παραγωγής και της αναπαραγωγής, που θεωρείται ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος τομέας σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο! Συνεταιριστικές τράπεζες, μη κερδοσκοπικές παραγωγικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε τομείς της αγροτικής παραγωγής, και της κατάρτισης, στον Τρίτο Κόσμο· οργανώσεις ενίσχυσης του Τρίτου Κόσμου και αντιμετώπισης των ναρκωτικών με παραγωγικές δραστηριότητες ή εκδόσεων και προστασίας του περιβάλλοντος στον αναπτυγμένο κόσμο, ενώσεις εθελοντικής εργασίας, οργανώσεις γειτονιάς και… ινστιτούτα ερευνών κ.λπ. κ.λπ. Ο ‘τρίτος τομέας’ μεταβάλλεται σε έναν ισχυρό οικονομικό παράγοντα, έξω από το κύκλωμα της αγοράς και την κρατική μηχανή, έστω και αν συχνά χρηματοδοτείται από κρατικές πηγές.

Για να έχουμε μια εικόνα της έκτασης του εναλλακτικού τομέα στην χώρα της απορρύθμισης, στις ΗΠΑ, ας ακούσουμε τον πρόεδρο του Ιδρύματος Οικονομικών Τάσεων (Foundation of Economic Trends) της Ουάσινγκτον, Τζέρεμυ Ρίφκιν:

«Πρέπει να το χωνέψουμε πως ο δημόσιος τομέας και οι επιχειρήσεις είναι όλο και λιγότερο ικανές να εγγυηθούν μια στοιχειώδη οικονομική εξασφάλιση για εκατομμύρια Αμερι­κανών και Ευρωπαίων. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει άλλη διέξοδο από το να υπολογίζει στον εαυτό του, επανενεργοποιώντας τη συλλογική δραστηριότητα, έτσι ώστε να περιορίσει τις καταστροφές που προκαλούν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις και η παρακμή των δημοσίων υπηρεσιών… Ο συνεταιριστικός τομέας, ο λεγόμενος ‘τρίτος τομέας’ –που ονομάζεται επίσης κοινωνία των πολιτών– δηλαδή η κοινω­νική οικονομία ή η εθελοντική προσφορά, είναι ένας χώρος όπου οι συμβασιακές σχέσεις υποχωρούν απέναντι στους κοινοτικούς δεσμούς και όπου η προσφορά του χρόνου στον άλλο υποκαθιστά τις σχέσεις στην αγορά εργασίας… Οι εθελοντικές οργανώσεις βρίσκονται στην υπηρεσία εκατομμυ­ρίων Αμερικανών σε όλες τις γειτονιές και τις κοινότητες της χώρας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν περίπου 1,4 εκατομμύρια μη κερδοσκοπικές οργανώσεις των οποίων ο κύριος στόχος είναι οι υπηρεσίες που προσφέρονται στον πληθυσμό και η προώθηση κάποιου στόχου. Χρηματοδοτού­νται εν μέρει από ιδιωτικές δωρεές και συμπληρώνονται από κρατικές επιχορηγήσεις. Ο ‘τρίτος τομέας’ γνωρίζει ένα ρυθμό ανάπτυξης δύο φορές ταχύτερο από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και η συμβολή του στο ΑΕΠ ξεπερνάει ήδη το 6,5% του εθνικού εισοδήματος και απασχολεί 10,5% του ενεργού πληθυσμού».[18]

Στη Γαλλία, ο Τιερύ Ζαντέ, στην έκθεση του για την κοινωνική οικονομία στη Συμβουλευτική Επιτροπή της Κοι­νωνικής Οικονομίας, στις 28 Φεβρουαρίου 1995, παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο κοινωνικός τομέας, αρχί­ζοντας από ασφαλιστικές εταιρείες, τράπεζες και συνεται­ρισμούς και φθάνοντας μέχρι τις περιβαλλοντικές οργανώ­σεις, απασχολούσε το 1994 1,7 εκατομμύρια εργαζόμενους και δημιούργησε 470.000 θέσεις εργασίας ανάμεσα στο 1984 και το 1994.[19]

Ο αριθμός των κάθε είδους οργανώσεων που δημιουργού­νται κάθε χρόνο είναι περίπου 60.000 (έναντι 40.000 πριν από 10 χρόνια) και συνολικά φθάνουν τις 700.000 οργανώσεις.[20]

Και βέβαια, μπορούμε να συνεχίσουμε με τις εναλλακτικές επιχειρήσεις και την Οικοτράπεζα στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία κ.λπ. Στον Τρίτο Κόσμο, η έκταση του φαινομένου είναι ίσως ακόμα μεγαλύτερη. Μόνο στο Ρίο ντε Τζανέιρο υπάρχουν 1.500 οργανώσεις του τρίτου τομέα, ενώ πολύ συχνά οι παραγκογειτονιές και η ‘μαύρη εργασία’ είναι οργανωμένες σύμφωνα με τις αρχές του κοινωνικού τομέα. Στη ‘φτωχότερη χώρα του κόσμου’, το Μπανγκλαντές, η Granmeen Bank δανείζει άτοκα ή με πολύ χαμηλά επιτόκια τους αγρότες στην κατεύθυνση μιας οικολογικά βιώσιμης αγροτικής παραγωγής· στην Ινδία, κάθε ένα σχεδόν από τα 600.000 χωριά διαθέτει κάποια μορφή συνεταιρισμού ή οργάνωση αλληλοβοήθειας. Όσο για το Μοντραγκόν, στη Χώρα των Βάσκων, στην Ισπανία, αποτελεί ήδη… ένα τουριστικό αξιοθέατο της Ισπανίας.[21]

Αν λοιπόν στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ο πολιτικός ριζοσπαστισμός φάνηκε να υποχωρεί, την ίδια στιγμή διοχε­τεύθηκε σε δομές και θεσμούς σταθερούς, εκείνους του ‘τρίτου τομέα’ που αναπτύσσεται με καταπληκτική ταχύτητα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Μπορούμε λοιπόν να έχουμε μια πιο ισορροπημένη εικόνα για την πολιτική και κοινωνική ιστορία των τελευταίων χρόνων. Οι ιδέες των μετά/ κομμουνιστικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60 διοχετεύθη­καν στην ανάπτυξη του εναλλακτικού τομέα, σε κλίμακα που ίσως ούτε καν φανταζόμαστε.

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση πως η δεκαπενταετία 1980-95 ήταν εκείνη της απορρύθμισης, της κρίσης του πολιτικού ριζοσπαστισμού, της συρρίκνωσης της αριστεράς, αντισταθμί­ζεται εν μέρει από τη διαπίστωση πως ήταν ταυτόχρονα η περίοδος της ανάδυσης και ενίσχυσης των οικολογικών οργανώσεων και της εναλλακτικής οικονομίας.

Η Όυτοπία’ μιας οικονομίας ενταγμένης στην κοινωνία που περιορίζει την κυριαρχία του εμπορεύματος δεν θα αναζητηθεί σε κάποια θεωρητική κατασκευή αλλά στην ίδια την πραγματικότητα. Αυτό είναι ένα επί πλέον στοιχείο διαφοροποίησης της μετά/κομμουνιστικής αντίληψης από τον μαρξισμό/λενινισμό της ‘μεγάλης νύχτας’. Η πραγματικότητα βρίσκεται μάλλον πιο κοντά στη μαρξιστική ρήση για τον ‘κομμουνισμό ως το κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων’ και όχι στην εξ ίσου μαρξιστική και λενινιστική άποψη πως κάθε συγκεκριμένη επιμέρους πάλη στον καπιτα­λισμό δεν είναι παρά επαναστατική γυμναστική για την αυριανή ‘μεγάλη αλλαγη’.

Η θανάσιμη αγωνία της κοινωνίας της εργασίας

«Όταν ο Μαρξ έγραφε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, η μέση ετήσια διάρκεια της εργασίας του εργάτη σε πόλεις όπως η Λίλλη, το Παρίσι ή η Μασσαλία ήταν περίπου 4.000 ώρες τον χρόνο. Σήμερα είναι 1.600 ώρες».[22]

Αν συνυπολογίσουμε την αυξανόμενη καθυστέρηση του χρόνου εισόδου στην εργασία (που πλέον ξεπερνάει κατά μέσο όρο τα είκοσι χρόνια) καθώς και τη μείωση του χρόνου εξόδου από αυτή, που έχει κατέβει κάτω από τα εξήντα χρόνια, ενώ ο μέσος όρος ζωής ξεπερνάει τα εβδομήντα έξι χρόνια, κατανοούμε ότι ανεπαισθήτως εξερχόμεθα από τον κόσμο της εργασίας στον οποίο για πρώτη φορά έριξε την ανθρωπότητα ο καπιταλισμός! Με αυτό βέβαια δεν εννοούμε πως στις παλαιότερες κοινωνίες ο άνθρωπος δεν εργαζόταν, αλλά απλώς ότι ο καπιταλισμός υπήρξε η πρώτη κοινωνία στην ιστορία της ανθρωπότητας που μετέβαλε την εργασία σε ταυτότητα και προφανώς επιμήκυνε τον χρόνο εργασίας.[23] Είναι γνωστό πως οι ‘πρωτόγονοι’ εργάζονταν συνήθως 20-25 ώρες την εβδομάδα, ενώ στις αγροτικές κοινωνίες οι ώρες εργασίας αυξήθηκαν χωρίς όμως ποτέ να φθάσουν την κανονικότητα και τα ωράρια του πρώιμου καπιταλισμού.

Ο καπιταλισμός υπήρξε η πρώτη κοινωνία της εργασίας και η οποία ανήγαγε την τελευταία σε αποφασιστικό, αν όχι μοναδικό, στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας. Και όμως σήμερα η τάση αντιστρέφεται. Οι ώρες εργασίας μειώνονται και παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να μειωθούν πολύ περισσότερο για να απαντηθεί το πρόβλημα της ανεργίας.

Οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες έχουν ως προς το θέμα της ανεργίας και των ωρών απασχόλησης τρεις διαφο­ρετικές στρατηγικές, όσοι και οι πόλοι του αναπτυγμένου Βορρά. Στις ΗΠΑ και την Αγγλία –εν μέρει και την Ολλανδία– η διόγκωση της ανεργίας αντιμετωπίζεται με την επέκταση της μερικής απασχόλησης, που αγγίζει πλέον το 25% των εργαζομένων, ενώ το ωράριο των πλήρους απασχόλησης εργαζομένων παραμένει σταθερό, λίγο-πολύ γύρω στις 1700-1800 ώρες τον χρόνο. Όμως ο μέσος όρος, συνυπολογίζοντας και τη μερική απασχόληση, κυμαίνεται γύρω στις 1400 ώρες τον χρόνο. Η Ιαπωνία, χωρίς ακόμα ανεργία και σημαντικό ποσοστό μερικής απασχόλησης, στη δεκαετία του ’90 γνώρισε τη μεγαλύτερη ύφεση της σύγχρονης ιστορίας της και θα είναι υποχρεωμένη σύντομα να καταργήσει τη δια βίου εγγυημένη απασχόληση μέσα στην επιχείρηση και να μειώσει τον μέσο όρο απασχόλησης. (Ήδη ο ετήσιος μέσος όρος του χρόνου εργασίας έπεσε από 2.000 ώρες, το 1990, σε 1.800 το 1994.) Τέλος, στη Γερμανία ή το Βέλγιο βαδίζουμε προς την εφαρμογή του τριανταπεντάωρου με 1.400 ώρες εργασίας τον χρόνο για όλους τους εργαζόμενους. Δηλαδή ο μέσος όρος απασχόλησης στον ‘Βορρά’ είναι παντού (εκτός Ιαπωνίας) γύρω στις 1.400-1.500 ώρες ετησίως, μόνο που το αγγλοσαξο­νικό μοντέλο είναι δυΐστικό, ενώ το γερμανικό στηρίζεται στη γενικευμένη μείωση των ωρών απασχόλησης. Όπως δείξαμε και πριν, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός με τις νέες βιομηχα­νικές χώρες, που έχουν χαμηλότερα μεροκάματα και ωράρια εργασίας που κυμαίνονται μεταξύ 2.000 και 2.500 ωρών ετησίως, δεν επιτρέπει εύκολα τη γενικευμένη μείωση των ωραρίων. Η τάση θα είναι μάλλον προς την αύξηση της μερικής απασχόλησης ή προς τη μείωση των ωρών εργασίας με ελάττωση των αποδοχών. Εξ άλλου αυτή η μείωση κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο είναι καταστροφική για την καπιταλιστική ηθική, διότι ολοκληρώνει την απαξίωση του κόσμου της εργασίας έναντι εκείνου της κατανάλωσης και του ελεύθερου χρόνου.

Πάντως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, βαδίζουμε προς μια κοινωνία που αναπόφευ­κτα εξέρχεται από τον κόσμο της εργασίας. Και μπορούμε να φανταστούμε τις τεράστιες δυνατότητες πολιτισμού και πα­ραγωγικότητας που θα απελευθέρωνε, ειδικά στον Τρίτο Κόσμο, μια γενικευμένη μείωση των ωραρίων με πλήρη απασχόληση για όλους, θα ήταν δυνατό να εφαρμοσθούν οι αρχές της γενίκευσης των σπουδών για το σύνολο των εργαζομένων και, αντίστροφα, της εργασίας για όλους τους σπουδαστές.

Σε συνδυασμό με την αλλαγή της δομής και της οργάνωσης των αναγκών, της μείωσης των εκχρηματισμένων πολιτιστι­κών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων κ.λπ., θα μπορούσα­με να ισχυριστούμε πως ο κόσμος μας είναι ήδη ώριμος για ένα τέτοιο άλμα.

Ο Αντρέ Γκόρζ, στους Δρόμους τον Παραδείσου, θα περιγράψει ως εξής τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της αυτοματοποίησης και της κατάρρευσης της κοινωνίας της εργασίας:

«Ξαναβρίσκουμε λοιπόν εδώ ‘την κατάρρευση της παραγωγής που στηρίζεται στην ανταλλακτική αξία’, που ο Μαρξ αναγγέλλει στα Grundrisse. Με άλλα λόγια, ο στόχος της παραγωγής δεν μπορεί πια να είναι η αύξηση της ανταλλακτι­κής αξίας, της υπερεργασίας και της υπεραξίας έτσι ώστε να αυξηθεί το κεφάλαιο, κ.ο.κ., αφού το αυτόματο εργοστάσιο, πρακτικά, δεν παράγει πια τίποτε άλλο έξω από υπεραξία. Στο μέτρο που γενικεύεται η αυτοματοποίηση και αυξάνεται η μάζα της υπεραξίας, καθώς και το ποσοστό της, αυτή η τελευταία είναι πια αδύνατο να κεφαλαιοποιηθεί: εξαφανίζε­ται η δυνατότητα αποδοτικής επανεπένδυσης της.

«0ι μέθοδοι και οι στόχοι της διαχείρισης της οικονομίας δεν μπορούν λοιπόν να συνεχίσουν να είναι εκείνοι του καπιταλισμού, όπως και οι κοινωνικές σχέσεις δεν μπορούν να παραμένουν βασισμένες στην πώληση της εργατικής δύναμης, δηλαδή στη μισθωτή εργασία. Αυτή η διαχείριση δεν μπορεί να είναι ούτε σοσιαλιστική, στον βαθμό που η αρχή ‘στον καθένα σύμφωνα με την εργασία του’ έχει ξεπεραστεί εκ των πραγμάτων και που η κοινωνικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας (η ολοκλήρωση της οποίας, σύμφωνα με τον Μαρξ, έπρεπε να είναι ο σοσιαλισμός) έχει ήδη πραγματοποι­ηθεί. Επομένως η αυτοματοποίηση μας παραπέμπει σε κάτι πέρα από τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. Αυτό το πέρα είναι το κεντρικό ζητούμενο και μπορεί να πάρει δύο κύριες μορφές: τη μορφή των τεχνοκρατικών κοινωνιών πλήρως προγραμματισμένων (με την έννοια που δίνει ο Αλαίν Τουραίν σ’ αυτό τον όρο) και τη μορφή της απελευθερωμένης κοινω­νίας, που ο Μαρξ αποκαλούσε «κομμουνιστική», στην οποία η αναγκαία παραγωγή του απαραίτητου δεν απασχολεί παρά ένα πολύ περιορισμένο κομμάτι του χρόνου του καθενός και στην οποία επομένως η (μισθωτή) εργασία παύει να αποτελεί την κύρια δραστηριότητα».[24]

Βέβαια, για πολλούς, μια τέτοια διαπίστωση μοιάζει αντιφατική, παρακινδυνευμένη ή πρόωρη. Πώς είναι δυνατό να μιλάμε για έναν κόσμο ώριμο για ‘έξοδο από την κοινωνία της εργασίας5, όταν ακόμα βασικές βιοτικές ανάγκες παραμέ­νουν ακάλυπτες, όχι μόνο στον Τρίτο Κόσμο αλλά, για ένα ποσοστό του πληθυσμού, και στον ίδιο τον ‘Πρώτο Κόσμο’;

Όμως η αντίφαση είναι φαινομενική και μόνον. Στην πραγμα­τικότητα, όπως ήδη προαναφέραμε, η σημερινή παραγωγικό­τητα της ανθρώπινης εργασίας είναι τέτοια ώστε να μπορεί να καλύψει τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες.

Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα στον τομέα της διατρο­φής. Ξέρουμε πως η μετατροπή της φυτικής ενέργειας σε ζωική, για να καταναλωθεί στη συνέχεια από τον άνθρωπο, απαιτεί πολλαπλάσια ενέργεια σε σύγκριση με την άμεση κατανάλωση φυτικών τροφών. Η μετατροπή των φυτών σε κρέας από τα ζώα και η μετατροπή της σάρκας των ζώων από τον άνθρωπο απαιτεί πενταπλάσια ή δεκαπλάσια δαπάνη ενέργειας σε σύγκριση με τον άμεσο μεταβολισμό των φυτικών ουσιών από τον ανθρώπινο οργανισμό. Έτσι, στις ΗΠΑ, για τη διατροφή των ζώων χρησιμοποιείται σήμερα το 70% της παραγωγής σε σιτηρά, εκτός από τα κτηνοτροφικά φυτά και τα λειβάδια που χρησιμοποιούνται για τη διατροφή τους.[25] Βέβαια ο άνθρωπος έχει ανάγκη, για ένα ισορροπημένο διαιτολόγιο, από ένα ποσοστό ζωικών πρωτεϊνών και προφα­νώς δεν μπορεί ακόμα να τραφεί με τριφύλλι ή σανό[26]. Ωστόσο, το διατροφικό πρότυπο κατανάλωσης ζωικών πρω­τεϊνών έχει οδηγήσει σε κατανάλωση κρέατος που ξεπερνάει τα εκατό κιλά τον χρόνο κατά άτομο (στη Γαλλία ή τις ΗΠΑ πάνω από 120 ή 130 κιλά κρέας) και όχι μόνο υπερβαίνει τις ανάγκες μιας ισορροπημένης διατροφής αλλά ήδη είναι αρνητικό από την άποψη των δαπανών υγείας. Όσο δε για τη χρήση σιτηρών, με το σημερινό επίπεδο της αγροτικής παραγωγής και με μια αναδιανομή της σε παγκόσμια κλίμακα, θα ήταν δυνατό να καλυφθούν κανονικά οι διατροφικές ανάγκες όλων των ανθρώπων.

Η εξαθλίωση στον Τρίτο Κόσμο δεν είναι αποτέλεσμα, μόνο ή κύρια, του υπερπληθυσμού ή μιας φυσικής αδυναμίας, αλλά μιας διεθνούς και εσωτερικής κοινωνικής οργάνωσης. Με μια διαφορετική οργάνωση της παγκόσμιας και τοπικής οικονομίας θα ήταν δυνατό να καλυφθούν άμεσα όλες οι βασικές ανάγκες, και με μείωση των ωραρίων, να βρει απασχόληση το σύνολο του πληθυσμού, ενώ ταυτόχρονα θα μπορούσε να γενικευθεί η εκπαίδευση και η μετεκπαίδευση.

Τέλος, όταν μιλάμε για ‘τέλος της κοινωνίας της εργασίας’, αναφερόμαστε προφανώς σε μια ολόκληρη ιστορική περίοδο δεκαετιών ή ίσως και αιώνων.

Το ίδιο, κατά το μάλλον ή ήττον, ισχύει και με την έννοια του τέλους ‘των κοινωνιών της παραγωγής’ που εισαγάγαμε πιο πάνω. Το πέρασμα στις κοινωνίες της πληροφορίας, στις κοινωνίες τον Είναι, το οποίο προδιαγράφεται ήδη στις αναπτυγμένες κοινωνίες, συμβαδίζει προφανώς με το τέλος της κοινωνίας της εργασίας, αν δεν είναι συνώνυμο του, και αυτή η μετάβαση, η οποία μόλις αχνοφαίνεται, θα απαιτήσει ένα σημαντικό χρονικό διάστημα.

Και επανερχόμαστε στο προηγούμενο ερώτημα από μία άλλη γωνία:

Μήπως λοιπόν η ιστορία θα πρέπει να ‘περιμένει’ αυτές τις αλλαγές στην παραγωγή, στη διάρθρωση της, στη σχέση παραγωγής και πληροφόρησης πριν επιχειρήσει κάποιο νέο άλμα; Μήπως εν τέλει η άποψη του Μαρξ, πως ο κομμουνισμός απαιτεί την ‘προηγούμενη’ ανάπτυξη όλων των δυνατοτήτων του καπιταλισμού, ισχύει και αυτό εξηγεί την ήττα του πρώτου μεγάλου κύματος των κομμουνιστικών αποπειρών, οι οποίες θα ξανατεθούν σε ανώτερο επίπεδο ολοκλήρωσης και παραγωγικότητας; Η απάντηση μας στο ερώτημα έχει ήδη διαφανεί και είναι αρνητική. Για δύο βασικούς λόγους:

Α. Μια τέτοια αντίληψη της Καπιταλιστικής ανάπτυξης5, που φθάνει σε κάποιο ‘τέλος’, σε κάποια ‘ολοκλήρωση’, είναι εσφαλμένη και μανιχαϊστική. Ο καπιταλισμός θα είναι διαρκώς ‘ανολοκλήρωτος’, θα καταστρέφει διαρκώς παλαιό­τερες σχέσεις και μορφές και θα τείνει στη μηχανική αναπα­ραγωγή του μέσα από την τεράστια αδράνεια της μεγαμηχανής του. Κατά συνέπεια, όπως ήδη το είχε αντιληφθεί ο Λένιν με τη θεωρία της ανισόμετρης ανάπτυξης και του ‘αδύνατου κρίκου’, είναι ‘πιο ώριμος’ για τον σοσιαλισμό στις αναπτυγμένες χώρες και ταυτόχρονα πιο… ισχυρός. Γι’ αυτό και η αλυσίδα σπάει στον αδύνατο κρίκο της, τη Ρωσία, την Κίνα κ.λπ., ενώ στον αναπτυγμένο καπιταλισμό η σοσιαλιστική ώθηση μεταγράφηκε σε μια μετάβαση προς τον ‘σοσιαλ-καπιταλισμό’ ή τον καπιταλισμό της κοινωνικής ρύθμισης, μέσω των εσωτερικών μεταρρυθμίσεων. Κάτι αντίστοιχο, τηρουμένων των αναλογιών, είναι πολύ πιθανό να συμβεί και σήμερα,

Το αίτημα, λοιπόν, της ανατροπής, της αλλαγής του κοινωνικού προτύπου, της επανάστασης, είναι διαρκώς επί­καιρο σε όλη τη μεγάλη περίοδο της μετάβασης.

Β. Ο δεύτερος λόγος, ίσως και ο ουσιαστικότερος, είναι πως το πέρασμα σε νέες κοινωνικές και παραγωγικές μορφές είναι συνάρτηση των κοινωνικών κινημάτων. Το πέρασμα στην κοινωνία της πληροφόρησης ή της εξόδου από την εργασία δεν θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί χωρίς τη διαρκή πίεση της ζωντανής εργασίας, χωρίς τα κινήματα των πρώην αποικιακών λαών για απελευθέρωση, χωρίς ρήξεις στη χωροταξική συνέχεια του καπιταλισμού. Το ίδιο συνέβη και στο παρελθόν. Οι μετατροπές του κοινωνικού συστήματος για δύο αιώνες αποτελούν ταυτόχρονα έκφραση και αποκρυστάλ­λωση των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων αυτής της περιόδου. Αν δηλαδή κάναμε, προς στιγμήν, την υπόθεση πως τα κοινωνικά κινήματα γνώριζαν μια μακρόχρονη έκλειψη μέχρι την πραγματοποίηση των παραγωγικών αλλαγών που περιγράψαμε, τότε αυτές οι παραγωγικές αλλαγές… δεν θα πραγματοποιούνταν ποτέ! Αυτός ο συλλογισμός, του κάθετου διαχωρισμού οικονομικών εξελίξεων και κοινωνικών μορφών, είναι χαρακτηριστικός του κυρίαρχου μαρξιστικού οικονο­μισμού -που θεωρούσε τα κινήματα ως επαναστατική γυμνα­στική πριν τη μεγάλη νύχτα.

Η μετάβαση προς απελευθερωτικές κοινωνίες του Είναι και όχι προς οικοφασιστικές ή τεχνοφασιστικές κοινωνίες, η απελευθέρωση από την εργασία, θα κριθεί από την ύπαρξη ή όχι απελευθερωτικών κινημάτων και από την ισχύ τους. Τα κινήματα συνιστούν μορφή και διαδικασία της μετάβασης.

Η ανανέωση της ριζοσπαστικής σκέψης

Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, δηλαδή της κρατικής κολλεκτιβιστικής εκδοχής μιας μετακαπιταλιστικής εναλλακτικής λύσης, επιτρέπει και πάλι να κινηθεί η σκέψη των ανθρώπων σε νέες κατευθύνσεις, σε κατευθύνσεις που επανενεργοποιούν ξεχασμένες ή υποβαθμισμένες ιδέες του παρελθόντος και ταυτόχρονα διερευνούν νέες δυνατότητες που αναδεικνύει η σημερινή πραγματικότητα. Τω όντι, για πάνω από εκατό χρόνια ή τουλάχιστον για τα τελευταία εβδομήντα, ολόκληρος σχεδόν ο προβληματισμός του ριζο­σπαστικού αντικαπιταλισμού είχε μονοπωληθεί από τη μαρ­ξιστική αντίληψη της επανάστασης και των πολιτικών θεσμών που παρήγαγε. Στο επίπεδο της θεωρίας, τουλάχιστον, επρόκειτο για την αντίληψη μιας άμεσης σοβιετικής δημοκρα­τίας, με κατάργηση του διαχωρισμού των εξουσιών, ανάμεσα σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία, και στην πράξη για την κυριαρχία ενός πολιτικού κόμματος, εκφραστή του ‘προλεταριάτου’. Η ιστορία είναι πολύ γνωστή σε όλους για να την επαναλάβουμε διεξοδικά. Η άμεση δημοκρατία υπό μονοκομματική διεύθυνση μεταβλήθηκε σε απολυταρχία και ολοκληρωτισμό, στον βαθμό που συνδυάσθηκε με την κατάργηση κάθε άλλης μορφής ιδιοκτησίας εκτός από εκείνη του κράτους. Η απελευθερωτική απόπειρα εξελίχθηκε στο αντίθετο της. Πρόκειται για εξέλιξη εγγενή σε όλο το δυΐστικό μαρξιστικό σχήμα των δύο τάξεων, αστών και προλετάριων, όταν μάλιστα αποκρύπτεται η ύπαρξη μιας τρίτης τάξης, της διανόησης, των διαχειριστών.

Αυτή η μοίρα του υπαρκτού σοσιαλισμού απομάκρυνε τους ανθρώπους -πιστεύουμε οριστικά στις χώρες που δοκίμασαν αυτό το σύστημα καθώς και στις χώρες με αναπτυγμένους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και κοινωνικά κινήματα- από τον κρατικό ολοκληρωτισμό.

Ταυτόχρονα γενική είναι η εντύπωση σε όλη τη Δύση πως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει γεράσει ανεπανόρθωτα και οι άνθρωποι αποστρέφονται όλο και περισσότερο την ‘υψηλή πολιτική’. Όπως τονίσαμε, το παράδοξο της κατάρ­ρευσης της Ανατολής και της παλιάς Αριστεράς είναι η ενίσχυση της επιφυλακτικότητας και της δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς στην ίδια τη Δύση.

Ωστόσο οι κοινωνικοπολιτικές δραστηριότητες των πολι­τών δεν μειώνονται. Το αντίθετο θα λέγαμε. Όπως δείξαμε, πολλαπλασιάζονται οι οργανώσεις και οι θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας, ενώ ορισμένοι από αυτούς μεταβάλλονται και σε επίσημους πολιτικούς θεσμούς, όπως τα δημοψηφίσματα σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο. Οι πολίτες εγκαταλείπουν, σε ένα βαθμό, την πολιτική ως διαχείριση στους πολιτικούς και αναπτύσσουν τις δικές τους δραστηριότητες.[27]

Είναι βέβαια αλήθεια πως μετά τη μεγάλη υποχώρηση του μαρξισμού και των επαναστατικών ιδεών του ’68, δεν υπάρχει σήμερα στον κόσμο μια ενιαία ριζοσπαστική ιδεολογία η οποία να ενοποιεί κινήματα και ανθρώπους σε όλη τη γη.

Ζούμε σε μια εποχή θρυμματισμού των μεγάλων ενιαίων ιδεολογιών, θρυμματισμός που επιτρέπει και τον θρυμμα­τισμό ή την πολυδιάσπαση των κινημάτων.

Παρ’ όλα αυτά όμως αναδεικνύονται ορισμένες βασικές σταθερές του νέου ριζοσπαστισμού, που πιστεύουμε πως αργά ή γρήγορα θα γενικευθούν.

Α. Κριτική της αγοράς και του φιλελευθερισμού. Από την Greenpeace μέχρι τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό, τα περισσότε­ρα αντικαπιταλιστικά κινήματα αντιτίθενται στη λογική της επέκτασης της αγοράς, του εκσυγχρονισμού, του φιλελευθε­ρισμού και των καταστροφών που προκαλεί στο περιβάλλον και τις ανθρώπινες κοινότητες.[28]

Β. Άρνηση της ‘προόδου’. Τα νέα κινήματα, εμπνεόμενα από τις ιδέες της δεκαετίας του ’60, είναι νεορομαντικά. Αρνούνται τη γενική έννοια πρόοδος και ανάπτυξη και πιστεύουν στην ανάγκη της επιλεκτικής χρήσης της.

Γ. Απόρριψη του κρατισμού και γενικότερα κάθε μονο­διάστατης οικονομικής λογικής. Η αποτυχία των κρατιστικών μοντέλων και η απόρριψη της νεοφιλελεύθερης ουτοπίας οδηγεί στην αναζήτηση πιο σύνθετων κοινωνικών μοντέλων, που έχουν ως βάση τους την επέκταση της αυτονομίας και, άρα, των αυτοδιαχειριστικών πρακτικών, έναντι της ετερονο-μίας τόσο του κρατικού κολλεκτιβισμού όσο και της μεγάλης επιχείρησης.

Δ. Σε αντή τη βάση προωθούν σχήματα συνδυασμού άμεσης δημοκρατίας και αντιπροσωπευτικών θεσμών. Πολλοί λίγοι είναι εκείνοι ανάμεσα στους ριζοσπάστες της Δύσης και των περισσότερων χωρών του Τρίτου Κόσμου (εκτός ίσως από τους ισλαμιστές) οι οποίοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν τα μονοδιάστατα μοντέλα, είτε κρατιστικά είτε ακόμα και αυτοδιαχειριστικά. Όπως έχει δείξει τόσο υπέροχα ο Γκορζ στους Δρόμους του Παραδείσου, δεν υπάρχουν κοινωνίες ή μορφές παραγωγής απόλυτης αυτονομίας ή απόλυτης ετερονομίας. Σε μια σύγχρονη κοινωνία δεν θα μπορούσαμε να φαντασθούμε μια κοινωνική οργάνωση απολύτως αμεσοδημοκρατική χωρίς μορφές αντιπροσώπευσης. Σχήματα όπως αυτά που δοκίμασαν οι αναρχικοί της Ισπανίας, με την ομοσπονδία των κοινοτήτων, στις οποίες ανήκει και η ιδιοκτησία, και που επαναπροτείνουν εν μέρει ή εν όλω οι οπαδοί του Μπούκτσιν, είναι όχι μόνο ουτοπικά αλλά κινδυνεύουν από την αντιστροφή τους, όπως έγινε με τα εργατικά συμβούλια και τα σοβιέτ στο παρελθόν, προς μορφές ολοκληρωτικές.[29] Προφανώς δεν αμφισβητούμε την αμεσοδημοκρατική ειλικρίνεια πολλών από τους Ισπανούς αναρχο-συνδικαλιστές. Εξ άλλου και στο σοβιετικό μοντέλο δεν ήταν ο Λένιν, ο Τρότσκυ ή η Κολοντάι που το οδήγησαν στη μεταβολή του σε ολοκληρωτικό σχήμα, αλλά ένας επίγονος, ο Στάλιν. Τον δρόμο προς την Κόλαση τον παίρνουμε συχνά με τις καλύτερες προθέσεις. Ο μαρξισμός-λενινισμός, με τη λογική της κατάργησης κάθε διαχωρισμού των εξουσιών και της οργάνωσης με βάση έναν και μόνο θεσμό, οδηγούσε αναπόφευκτα στον ολοκληρωτισμό. Ο διαχωρισμός των εξουσιών είναι αρχή της δημοκρατίας και όχι μόνο της ‘αστικής’. Και αυτό γιατί στην κοινωνία εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικά συμφέροντα, εξακολουθεί να υπάρχει ο κίνδυνος συγκέντρωσης της εξουσίας, κ.ο.κ.

Είναι αδύνατο, λοιπόν, να φαντασθούμε μια σύγχρονη κοινωνία με ένα και μόνο θεσμικό επίπεδο οργάνωσης, τα συμβούλια ή τις κοινότητες και τη συνομοσπονδία τους. Επιπλέον, δεν είναι δυνατό όλες οι παραγωγικές μονάδες να ανήκουν μόνο στη συμβουλιακή ή την κοινοτική ιδιοκτησία, γιατί αυτό θα οδηγούσε είτε σε οπισθοδρόμηση είτε σε μια νέα μονοδιάστατη κοινωνία.Η εμπειρία των κινημάτων συγκλίνει σε έναν συγκερασμό θεσμικών μορφών, όπου εκείνες της άμεσης δημοκρατίας αναπτύσσονται και επεκτείνονται διαρκώς, ενώ της αντιπρο­σωπευτικής ουσιαστικοποιούνται. Ο διαχωρισμός των εξου­σιών ενισχύεται, μπαίνουν φραγμοί στην επαγγελματοποίηση της πολιτικής και επεκτείνεται η συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις.

Η πολιτική πάλη διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα, τόσο το τοπικό όσο και το περιφερειακό, εθνικό, διεθνικό κ.λπ., και σε αυτά αντιστοιχούν διαφορετικές μορφές οργάνωσης. Βέβαια τα μετά/κομμουνιστικά κινήματα μπορούν να οριστούν κατ’ εξοχήν ως κινήματα άμεσης δημοκρατίας και ο κοινός χώρος εργασίας ή η κοινότητα παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Σε καμιά περίπτωση πάντως δεν πρέπει να πέσουμε σε έναν αμεσοδημοκρατικό, συμβουλιακό ή κοινοτικό, ολοκληρωτισμό που θα μεταβάλει τους ανθρώπους σε απολύτως εξαρτημένους από το συμβούλιο ή την κοινότητα. Οι άνθρωποι έχουν πολλαπλούς ρόλους και ταυτότητες και τα επίπεδα αντιπροσώπευσης και έκφρασης τους θα είναι εξ ίσου πολλαπλά. Χωροταξική κοινότητα και εργασιακή ομάδα, γλωσσική ταυτότητα και φύλο, φυλή και σεξουαλικές προτιμήσεις κ.λπ. είναι μερικές από αυτές τις πολλαπλές ταυτότητες και ρόλους· σε κάθε μία από αυτές αντιστοιχεί και διαφορετικό επίπεδο έκφρασης και οργάνωσης – εργοστασιακά συμβούλια και γυναικείες οργα­νώσεις, συμβούλια αντιπροσώπων και κοινοτικές συνομο­σπονδίες. Και προφανώς εξακολουθούν να παραμένουν μονάδες, άτομα, και οποιαδήποτε απόπειρα απόλυτης εδαφικοποίησης, είτε εθνική είτε κοινοτική, αποκτά χαρακτήρα ολοκληρωτικό και εν τέλει κατασταλτικό. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη όχι από ένα έδαφος, αλλά από πολλαπλά εδάφη, και ένα ουσιαστικό τέτοιο είναι το δικό του ‘έδαφος’, η έλλειψη καθορισμένου εδάφους, η αυτονομία του.

Πάντως μένει ένα ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να απαντήσουμε ευθέως, πέρα από τις διαμάχες ομάδων και απόψεων. Έχει άραγε νόημα ακόμα η πολιτική ή μήπως η σημερινή της έκλειψη προοιωνίζεται, έστω με αρνητικό τρόπο, ‘το τέλος της πολιτικής’ που ευαγγελιζόταν ο μαρξισμός, ‘όταν η διαχείριση των πραγμάτων θα αντικαταστήσει τη διεύθυνση των ανθρώπων’, κατά την περίφημη έκφραση του Ένγκελς; Για πολλά χρόνια, επιμένοντας στην ανάδειξη του κοινωνικού, χωρίς πολιτική μεσολάβηση, μέναμε πιστοί, εμείς και οι σύντροφοι μας της ‘αυτονομίας’ σε όλο τον πλανήτη, σε αυτή τη ριζοσπαστική όσο και ολοκληρωτική μαρξιστική ουτοπία. Να καταργήσουμε την πολιτική μέσω της απορρό­φησης της στο κοινωνικό, κατά τον ίδιο τρόπο που θέλαμε να καταργήσουμε την τέχνη μέσω της αισθητικοποίησης της καθημερινότητας.[30] Να περάσουμε δηλαδή σε μια κοινωνία χωρίς καμία αδιαφάνεια, όπου το κοινωνικό πεδίο είναι άμεσα πολιτικό ή και το αντίστροφο, καθώς και σε ένα άτομο χωρίς ανεκπλήρωτες επιθυμίες, επιθυμίες που αποτελούν και το υπόβαθρο της τέχνης.

Σε αυτές τις προσδοκίες μας μοιάζει εν τέλει να αντα­ποκρίνεται, και να τις ‘καλύπτει’ με τον τρόπο του, ο ύστερος καπιταλισμός, μεταβάλλοντας την πολιτική σε απλή διαχεί­ριση ‘οιονεί πραγμάτων’, δηλαδή μιας μεγαμηχανής, και αποσυνθέτοντας την τέχνη στην εκπορνευμένη αισθητικοποίηση της καθημερινότητας της διαφήμισης.

Ωστόσο, η απόρριψη του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού, συνεπάγεται ακριβώς την πεποίθηση πως η πολιτική, δηλαδή η πάλη γύρω από τις κατευθύνσεις της κοινωνίας, έχει νόημα. Και έχει νόημα γιατί οι κοινωνίες ποτέ δεν θα είναι απολύτως διαφανείς, ούτε το πολιτικό πεδίο θα μπορεί να περιορισθεί στη διαχείριση πραγμάτων. Η σημερινή κρίση της είναι κρίση μιας ορισμένης μορφής της και όχι της πολιτικής συνολικά. Είναι κρίση της πολιτικής τέτοιας που διαμορφώθηκε την εποχή της ύστερης νεωτερικότητας, όπου το αυξανόμενο βάρος των παραγωγικών και κοινωνικών μηχανισμών μεταβάλλει την πολιτική διαχείριση σε οιονεί διαχείριση ‘πραγμάτων’, για όσους συμμερίζονται τη λογική της ‘προόδου’. Και αν στο παρελθόν αυτή η λογική έμοιαζε να παίρνει δύο κατευθύνσεις, εκείνη της καπιταλιστικής ή της κομμουνιστι­κής εκδοχής της προόδου, σήμερα απέμεινε μία και μόνη εκδοχή, εκείνη του ‘εκσυγχρονισμού’, με όλα τα συμπαρο­μαρτούντα: λιτότητα, απορρύθμιση, αυξανόμενος παγκόσμιος ανταγωνισμός, παγκοσμιοποίηση. Σημερινοί κομμουνιστές, όπως στην Κίνα ή το Βιετνάμ, πρώην κομμουνιστές, όπως στις ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες, σοσιαλιστές και συντηρη­τικοί πολιτικοί στη Δύση, εφαρμόζουν περίπου την ίδια πολιτική, παραλλαγές του εκσυγχρονισμού και της λιτότητας. Γι’ αυτό και η ‘εξάντληση’ της πολιτικής. Γιατί εξαντλήθηκε ο παλαιός ανταγωνισμός. Γιατί σοσιαλισμός και καπιταλισμός οδήγησαν στη σημερινή μορφή του κοινωνικού καπιταλισμού, ως τέλους, αν όχι της ιστορίας, της βιομηχανικής νεωτερικότητας.

Μια εκ νέου ανακάλυψη της πολιτικής σημαίνει λοιπόν την ανάδυση ενός νέου ανταγωνισμού, ο οποίος και μόνο μπορεί να θεμελιώσει και πάλι το πεδίο της πολιτικής. Και αυτός υποχρεωτικά είναι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα μετά/ κομμουνιστικά κινήματα και τον σοσιαλ/καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό-διαχείριση. Είναι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα κινήματα που ευαγγελίζονται την άρνηση της ‘προόδου’ και στην καθημερινή κόλαση της προόδου. Γι’ αυτό εξ άλλου μιλάμε για τέλος του δυτικού παραδείγματος, στο οποίο ο ανταγωνισμός ήταν εσωτερικός στη θεματική της ανάπτυξης και της ‘προόδου’. Αυτός ο νέος πολιτικός ανταγωνισμός, προς τον οποίο ανεπαισθήτως κατευθυνόμαστε, αναδεικνύει ήδη νέα πεδία αναφοράς, το πεδίο της άμεσης δημοκρατίας και των θεσμών της, την πολιτική της ‘καθημερινότητας’, καθώς και νέα πολιτικά υποκείμενα, όπως τους Πράσινους στη Δύση, παρά την εκσυγχρονιστική παρέκκλιση πολλών από αυτούς. Η εθνική διεκδίκηση ταυτότητας απέναντι στονκαταναγκασμό της παγκόσμιας αγοράς γενικεύεται ή θα γενικευθεί, ενώ εμφανίζεται μια νέα γενιά επαναστατικών κινημάτων στον Τρίτο Κόσμο, κατά το πρότυπο των Ζαπατίστας στο Μεξικό, που στηρίζονται στη διεκδίκηση της κατεστραμμένης ταυτότητας των Ινδιάνων Τσιάπας.

Τα επόμενα χρόνια, σταδιακά, θα αρχίσει να παίρνει συγκεκριμένη μορφή και πρόσωπο ο νέος πολιτικός ανταγω­νισμός και να αναδεικνύεται και πάλι η κεντρικότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η σημερινή απομάκρυνση και αηδία από την πολιτική θέλουμε να ελπίζουμε πως προετοι­μάζει με αρνητικό τρόπο το έδαφος για την ανάδυση νέων πολιτικών ανταγωνισμών και κινημάτων.

Η αμφισβήτηση της Δύσης

Στις σελίδες που προηγήθηκαν προσπαθήσαμε να δώσουμε τις κατευθύνσεις μιας Όυτοπίας’ που αποτελεί ήδη μια ζώσα πραγματικότητα κινημάτων, συμπεριφορών, αλλά και κοινω­νικών δομών, μιας Όυτοπίας’ που είναι μια πιθανότητα.

Το ερώτημα που θέτουμε και πάλι στο τέλος της έκθεσης μας είναι το ίδιο με εκείνο που θέσαμε στον πρόλογο: υπάρχουν άραγε οι δυνατότητες να βαδίσουμε σε έναν νέο πολιτισμό, να αποφύγουμε τη θανατηφόρα εκδοχή της απο­σύνθεσης ή την high tech εκδοχή της ανθρωπο-κοινωνικής μετάλλαξης; Η παρακμή της Δύσης, που για μας είναι αδιαμφισβήτητη, θα επιτρέψει την ανάδειξη ενός νέου τύπου πολιτισμού ή θα συμπαρασύρει τον κόσμο σε μια εκδοχή βαρβαρότητας; Ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Ανρί θεωρεί πως ίσως είμαστε οι τελευταίοι άνθρωποι που μπορούν να αντιληφθούν την ίδια την πραγματικότητα της βαρβαρότητας που έρχεται.

«Πώς και γιατί ένας ορισμένος τύπος γνώσης, που εμφανίστη­κε την εποχή του Γαλιλαίου… παράγει… την υπονόμευση όλων των άλλων αξιών, καθώς και του πολιτισμού, και κατά συνέπεια της ανθρωπιάς του ανθρώπου, είναι εύκολο να το καταλάβουμε – στον βαθμό που έστω και στο ελάχιστο διαθέτουμε μια θεωρία της βαθύτερης ουσίας κάθε πιθανής γνώσης και της έσχατης θεμελίωσης της. Γιατί αυτή η θεμελίωση είναι και η θεμελίωση των αξιών, του πολιτισμού, της ανθρωπιάς, όλων των ανθρώπινων κατακτήσεων. Και ακριβώς επειδή αυτή η θεμελίωση απορρίπτεται με πρωτοφα­νή τρόπο από τη σύγχρονη επιστήμη, αυτή, χωρίς να το συνειδητοποιεί, ρίχνει τον κόσμο μας στο βάραθρο. Επειδή κρατούμε ακόμα στα χέρια μας τη δάδα μιας παράξενης γνώσης που συνοδεύει τον άνθρωπο από τότε που βρίσκεται στη γη και του επέτρεψε να επιβιώσει και να διατρέξει τον κύκλο των πολιτισμών και των πνευματικοτήτων, μπορούμε ακόμα, από το χείλος της αβύσσου, να ρίξουμε τουλάχιστον τις τελευταίες ανταύγειες από αυτό το φως που μας αποκα­λύπτουν την απειλή, τις μεγάλες ρήξεις, τις καταρρεύσεις».[31]

Αυτό το ερώτημα, ακόμα και για μας που θα θέλαμε να ελπίζουμε σε μια αισιόδοξη εκδοχή, δεν μπορεί να βρει κάποια οριστική απάντηση – δυστυχώς ή ευτυχώς. Όλα παίζονται.

Ο Σερζ Λατούς θα γράψει:

«Η ιστορική αποτυχία της Δύσης, και κατά συνέπεια η αποτυχία των αξιών της, οι οποίες είναι φορείς της προόδου, είναι η μόνη πιθανότητα για να μπορέσει να τεθεί και πάλι το πρόβλημα του αγαθού στις ανθρώπινες κοινωνίες, στη θέση της ποσότητας που υποκατέστησε το πρώτο στη σύγχρονη εποχή. Αυτή η επιστροφή του κοινωνικού στο ερώτημα της αρμονικής ζωής είναι ταυτόχρονα και ένα πιθανό άνοιγμα προς μια πλουραλιστική κοινωνία, σε μια πλουραλιστική ανθρωπότητα. Είναι παράλογο, υπερβολικό ή τερατώδες να μιλήσουμε για τέλος της δυτικής κοινωνίας; Αυτό το τέλος φαίνεται αναπόφευκτο όχι μόνο γιατί κάθε πολιτισμός είναι θνητός, αλλά κυρίως γιατί μπορεί να αναγνωστεί στα όρια και τις αποτυχίες του εκδυτικισμού. Ο πολιτισμός της προόδου φέρνει μέσα του τα σπέρματα της αυτοκαταστροφής του.

Βέβαια, εκτός και αν είναι κανείς προφήτης, δεν είναι δυνατό να προβλέψουμε ούτε την ημέρα ούτε την ώρα ούτε καν τη μορφή. Δεν είναι καθόλου αναγκαίο αυτή η πτώση να είναι παταγώδης και αποκαλυψιακή. Η αποσύνθεση μπορεί να γίνει στα μαλακά. Ίσως έχει ήδη αρχίσει χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει».[32]

Αν λοιπόν είναι αλήθεια πως η παρακμή του δυτικού μοντέλου έχει ήδη αρχίσει και αν επιλέξουμε την πιθανότητα μιας απελευθερωτικής εξόδου από την παρακμή, θα μπορού­σαμε άραγε να πιθανολογήσουμε το πού θα επικεντρωθούν οι δυνατότητες της αλλαγής; Στον Βορρά ή στον Νότο ή μήπως σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο που αναδύεται;

Πιστεύουμε πως αλλαγές προς τις κατευθύνσεις που περιγράψαμε γίνονται σε όλο τον κόσμο, αλλά ο ενδιάμεσος χώρος είναι πολύ πιθανό να βρεθεί στο επίκεντρο των μετασχηματισμών και θα συνδέσει τον Βορρά, όπου το φαντασιακό των ανθρώπων έχει καταληφθεί από τον καπιτα­λισμό, και τον Νότο όπου οι άμεσες βιοτικές ανάγκες έχουν μια σχεδόν αποκλειστική προτεραιότητα. Ο ‘ενδιάμεσος χώρος’, που αρχίζει από την Άγια Πετρούπολη’ (sic) και φθάνει μέχρι τη Νοτιοαφρικανική Ένωση ή από την Αθήνα μέχρι τη Σανγκάη, φαίνεται εκείνος όπου συγκεντρώνονται και διαπλέκονται όλες οι αντιθέσεις του κόσμου μας και ταυτόχρονα εκείνος όπου η δυνατότητα του πολιτικού και κοινωνικού μετασχηματισμού είναι μεγαλύτερη. Βέβαια τίπο­τε δεν αποκλείει την εμφάνιση νέων απελευθερωτικών κινη­μάτων στο Βορρά, αλλά το ιδεολογικό και πολιτικό επίκεντρο πιστεύουμε πως δεν μπορεί πλέον να βρίσκεται εκεί.

Το κίνημα του ’68 στην παγκοσμιότητα του ήταν ήδη διφυές. Στη μια του άκρη βρισκόταν η Πολιτιστική Επα­νάσταση και ο Γκεβάρα, στην άλλη το Μπέρκλεϋ και το Παρίσι. Σήμερα, που η Δύση φαίνεται να περνάει μια μακρόχρονη περίοδο μαρασμού, μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε την ανάδειξη του ενδιάμεσου χώρου στο νέο ιδε­ολογικοπολιτικό εργαστήρι του κόσμου μας. Και προφανώς η Κίνα, επί παραδείγματι, μπορεί πιο εύκολα να περάσει σε έναν κόσμο που δεν θα στηρίζεται στη γενικευμένη χρήση του ιδιωτικού αυτοκινήτου, γιατί μόλις μπαίνει σε αυτό τον κόσμο.[33]

Εξ άλλου αυτό ακριβώς προσπαθήσαμε να δείξουμε σε αυτό το βιβλίο. Δεν πρέπει πρώτα ο καπιταλισμός και το εμπόρευμα να καταστρέψει τα πάντα για να αντιδράσουμε μετά, όπως έλεγε ο παλιός μαρξισμός. Μπορούμε και πρέπει να υπερβούμε, τη φάση της παγκοσμιοποίησης της καπιτα­λιστικής ανάπτυξης. Αυτό δοκίμασαν στο παρελθόν η Σοβιε­τική Ένωση και η Κίνα. Σήμερα είναι ώρα για ένα νέο βήμα από καλύτερες θέσεις, έχοντας πίσω μας την ανεκτίμητη εμπειρία όλων όσοι αγωνίστηκαν για τον κοινωνικό μετασχη­ματισμό, για την εθνική απελευθέρωση, για τα δικαιώματα των γυναικών και των αποικιοκρατούμενων, για μια αρμονική σχέση ανθρώπου-φύσης, για την ανάδειξη του ανθρώπινου προσώπου απέναντι στη γύμνια του ατομισμού και την καταπίεση του ολοκληρωτισμού. Τομή και συνέχεια. Αυτό θα μπορούσε να είναι το επιστημολογικό παράδειγμα μας. Το μεγάλο παιγνίδι δεν έχει τελειώσει. Ακόμα και αν επρόκειτο για το τελευταίο!


[1] Ο Ικαρομένιππος του Λουκιανού περιγράφει το ταξίδι του φιλόσο­φου Μένιππου ανάμεσα στους θεούς και την Όυτοπική ‘ κοινωνία που συνάντησε, ενώ οι Κωμικές ιστορίες των κρατών και αυτοκρατοριών της Σελήνης και του Ήλιου, του Συρανό ντε Μπερζεράκ, εμπνέονται από την Ουτοπία του Μουρ.

[2] Βλέπε Hans Staden, Γυμνοί, άγριοι και ανθρωποφάγοι. Εναλλακτι­κές Εκδόσεις, Αθήνα, 1995.

[3] . Francois Perroux, Le capitalisme, Que sais je;, Παρίσι, 1962.

[4] Βλέπε και πάλι Francois Furet, La grande illusion, όπ. π.

[5] Βλέπε David Pearce & Jeremy Warford, World without End, World Bank, Ουάσινγκτον, 1993, αναφέρεται από τον Lester Brown, “Nature Limits” in WorldWatch, State of the World 1995.

[6]Andre Gorz, Οι δρόμοι του Παραδείσου, Κομμούνα, Αθήνα, 1986.

[7] Το Υπουργείο Εργασίας της Κίνας προβλέπει 268 εκατομμύρια ανέργους για το 2000 , Roland Lew, όπ. π.

[8] Le Monde, 14-15 Αυγούστου 1994.

[9] Samir Amin, La Deconnection, La Decouverte, Παρίσι, 1985.

[10] Βλέπε το θεμελιώδες έργο των Michel Piore, Charles Sabel, The Second Industrial Divide, Basic Books, Νέα Υόρκη, 1984 και το εξ ίσου βασικό έργο των Γερμανών κοινωνιολόγων, Horst Kern και Michel Schumann, σε γαλλική μετάφραση, La Fin De La Division Du Travail?, Editions de la Maison des Sciences de l’ Homme, Παρίσι, 1989.

[11] The economist, A multinational Survey, 24-30 Ιουνίου 1995, σελ.7 του αφιερώματος.

[12] E.F. Schumacher, Small is beautiful, A Study of Economics as if People Mattered, Blond & Briggs, Λονδίνο, 1973.

[13] Economist, 26 Νοεμβρίου-2 Δεκεμβρίου 1994, σελ. 52, Πηγή UN (ECLAC).

[14] RAMSES, όπ. π., σελ. 298.

[15] Monde Diplomatique, Ιανουάριος 1995, σελ. 26-27, Claire Brisset, Les plus criantes inegalites, fragile ciment de l’ Union indienne’.

[16] Ο θεωρητικός της παγκοσμιοποίησης, Ronald Robertson, θα μιλήσει για glocalisation (συνολίκοτοπικοποίηση), για να αποδώσει αυτή τη νέα πραγματικότητα του τοπικού που είναι ταυτόχρονα και παγκόσμιο. Βέβαια, αυτή η συνολικοτοπικοποίηση μπορεί να πάρει δύο κατευ­θύνσεις είτε εκείνη της παγκόσμιας ομοιομορφίας είτε της αναπαρα­γωγής της πολυμορφίας πέρα από τη δημιουργία μιας κοινής παραγωγικής βάσης. Βλέπε, Ronald Robertson, Glocalisation: Time-space and Homogeneity-Heterogeneity, in Featherstone, Lash, Robertson (edit), Global Modernities, Sage, Λονδίνο, 1995.

[17] Christopher Flavin, Nicholas Lenssen, Power Surge: Guide to the Coming Energy Revolution, Norton, Νέα Υόρκη, 1994. Αποσπάσματα in Harnessing the sun and the wind, The State of the World 1995, Earthscan, Λονδίνο, 1995, σελ. 58-75.

[18] Jeremy Rifkin, The End of Work: The Decline of the Global Labour Force and the Dawn of the Post Market Era, Jeremy P. Tarcher-Putman, Νέα Υόρκη,1995.

[19] Alain Lebaude, Les Valeurs de l’ Economie Sociale, Le Monde, 8 Μαρτίου 1995, Initiatives, σελ 1.

[20] Le Monde, 3 Ιουνίου 1995, σελ.7.

[21] Βλέπε, για τη συνολική ανάπτυξη του εναλλακτικού τομέα, Grogori Lazarev, Vers un eco-developpement participatif, L’ Harmattan, Παρίσι, 1993. Το βιβλίο, εκτός από θεωρητική πρόταση, αποτελεί τη σύνθεση των εμπειριών του Ταμείου Εξοπλισμού των Ηνωμένων Εθνών’, από τη συμμετοχή του σε διάφορα εναλλακτικά προγράμματα. Για το Mondragon, βλέπε William Foote Whyte και Kathleen King Whyte, Making Mondragon, Ilr PressCornell University, Ιθάκη, Νέα Υόρκη, δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη, 1991, καθώς και Δημήτρης Καλουδιώτης, «’Περίπτωση Μοντραγκόν’ ένα άγνωστο θαύμα αυτοδιαχείρισης στη χώρα των Βάσκων», Ελευθεροτυπία, 27 Μαρτίου 1988. Για το Μπανγκλαντές, βλέπε Bernard Hours, Monique Selim, Une enterprise de developpement au Bangladesh:Le center de Savar, L’ Harmattan, Παρίσι, 1989. Για τη Γερμανία, δες Holm Detlev Kohler, Οικονομία και Αυτονομία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, υπό έκδοση.

[22] Joffre Dumazedier, La revolution du temps libre, in POUR, Νο 137/ 138, Le travail en questions, L’ Harmattan, Παρίσι, 1993

[23] Βλέπε Ε.Π. Τόμσον, Χρόνος, εργασία και βιομηχανικός καπιτα­λισμός, Κατσάνος, θεσσαλονίκη, 1983, Ivan Illich, Le travail fantome, Seuil, Παρίσι, 1981, Andre Gorz, Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός, Οικολο­γία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1993.

[24] Andre Gorz, όπ. Π., σελ. 51-53

[25] Βλέπε J.B.Steinhart και C.E. Steinhart, Energy Use in the US food systems, Science, Νο 184, 1974, σελ. 307-315 και Allan Durning και Holly Brown, Reforming the Livestock Economy, Worldwatch Paper 103, 1991.

[26] Λέμε πως δεν μπορεί ακόμα, γιατί η βιοτεχνολογία μας υπόσχεται πως σύντομα, με την εισαγωγή ενός ενζύμου στο πεπτικό σύστημα του ανθρώπου, θα μπορούμε άνετα να διατρεφόμαστε με… χορτάρι.

[27] Χαρακτηριστικό είναι ένα άρθρο του βουλευτή της Νέας Δημοκρα­τίας Δημήτρη Σιούφα, όπου, αναφερόμενος στην κρίση της πολιτικής, υποστηρίζει: «Οι πολιτικοί έχουν μόνον ένα καθήκον πλέον και μία διέξοδο. Να ανοίξουν την πολιτική στον λαό. Όχι με κούφιες επικλήσεις… Αλλά με άμεση δημοκρατία και διεύρυνση των θεσμών της άμεσης δημοκρατίας… Οι λόγοι που στηρίζουν την αναγκαιότητα της άμεσης δημοκρατίας είναι οι εξής: 1. Η αυξανόμενη ανεπάρκεια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας… 3. Η παρακμή των μεγάλων ιδεολογιών που διήρεσαν αλλά και έφτιαξαν το σύγχρονο κόσμο…» (Δημήτρης Σιούφας, ‘Πολίτες, πολιτική και κόμματα’, Οικονομικός Ταχυδρόμος, 10 Αυγούστου 1995, σελ. 59-62.) Βέβαια, η λογική της άμεσης δημοκρατίας για τον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας εξα­ντλείται στο πολιτικό-θεσμικό πεδίο, αλλά είναι μια ένδειξη της βαθύτατης κρίσης της πολιτικής το ότι ο κοινοβουλευτικός εκπρόσω­πος της Νέας Δημοκρατίας μιλάει για αντιπροσωπευτικούς θεσμούς που ‘ελάχιστους αντιπροσωπεύουν’. Οι ίδιοι οι συντηρητικοί πολιτικοί νιώθουν ότι οι πολίτες ξεφεύγουν από την εξουσία τους.

[28] Βλέπε Rene Dumont, Un monde Intolerable, Le Liberalisme en Question, Seuil, Παρίσι, 1988.

[29] Βλέπε το άρθρο του Μπούκτσιν που προαναφέραμε, στο περιοδικό Κοινωνία και Φύση, Νο 3., και την κριτική του ομοσπονδισμού από τον Τζαίημς Ο’ Κόννορ στο τεύχος 6 του ίδιου περιοδικού.

[30] Βλέπε τα αισθητικά κείμενα του Λούκατς.

[31] Michel Henry, La Barbarie, Grasset, Παρίσι, 1987, σελ. 8.

[32] Serge Latouche, όπ. π. σελ. 216.

[33] Χωρίς βέβαια να αποκλείεται και μια πιθανή αρνητική -αντίστρο­φη- εξέλιξη.

Advertisements

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: