Γιώργος Καραμπελιάς

Άρθρα-Κείμενα-Βιβλία

Ισλάμ και Παγκοσμιοποίηση: Η θανάσιμη διελκυστίνδα (2001)

Posted by yiorgoskarabelias στο Αύγουστος 26, 2007

 

islam.jpg

Εισαγωγή

«Αν υπάρχει μια λέξη που μπορεί να χαρακτηρίσει την εποχή μας αυτή δεν είναι η λέξη Επανάσταση αλλά Εξέγερση.

 

Αυτή η εξέγερση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο σαν διαταραχή ή σαν βίαιη μετάλλαξη αλλά και σαν μια αλλαγή που συνιστά μια επιστροφή στις ρίζες. Η Εξέγερση ως ανάσταση...»

Octavio Paz

Tiempo Nublado

Δεν είχε προλάβει να στεγνώσει το μελάνι από τους διθυράμβους που συνόδευσαν το τέλος της χιλιετίας και την αρχή μιας νέας, απαστράπτουσας, τεχνοκρατικής και κλωνοποιημένης ανθρωπότητας και η τρομοκρατική επίθεση στη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον ήρθε να ανατρέψει βίαια και ριζικά τα δεδομένα. Πριν προλάβει να χωνευτεί η λογική του τέλους της ιστορίας που ανήγγελλε από τις ΗΠΑ ο Φουκουγιάμα, οι εξελίξεις σε «Βορρά» και «Νότο» υπενθύμισαν πως όχι μόνο η ιστορία δεν έχει τελειώσει αλλά και ότι το «ειδύλλιο» που συνόδευσε την κατάρρευση της μιας υπερδύναμης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας φτάνει στο τέλος του: Πόλεμος στον Κόλπο, αιματηρή αποσύνθεση της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης, οικονομική ανάδυση της Νότιας και Ανατολικής Ασίας, κρίση των χρηματιστηρίων, γιγάντωση του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης, τέλος, το φοβερό κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Η νέα χιλιετία δεν θα είναι και τόσο ειδυλλιακή όσο πολλοί φαντάστηκαν.

 

Η παγκοσμιοποίηση, προκαλώντας βαθύτατες ανατροπές σε πολιτισμούς και κοινότητες, ανασκάπτοντας παραδοσιακές και μη ταυτότητες, επιβάλλοντας εκ των άνω ένα ενιαίο κοινωνικό και πολιτισμικό μοντέλο, οδηγεί -ιδιαίτερα σε πολιτισμικά πρότυπα εξόχως παραδοσιοκεντρικά όπως το Ισλάμ- σε αντιδράσεις που πλήττουν καίρια την ίδια την αναπαραγωγή της.

 

Η Σοβιετική Ένωση ήταν η πρώτη που προσπάθησε να εγκαθιδρύσει ένα παγκοσμιοποιητικό μοντέλο, εκείνο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η κατάρρευσή της είχε εσωτερικές αιτίες αλλά πυροδοτήθηκε μετά την εισβολή στο Αφγανιστάν, το 1979, και την αναζωπύρωση του ισλαμισμού που προκάλεσε αυτή η εισβολή με τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα και τα εκατομμύρια των προσφύγων, στις νότιες και κεντρικές ισλαμικές δημοκρατίες της. Στην απόπειρά τους να επιβάλουν το νεοφιλελεύθερο παγκοσμιοποιητικό μοντέλο, οι ΗΠΑ, και η Δύση στο σύνολό της, δέχτηκαν ένα κοσμοϊστορικό χτύπημα με την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στα κέντρα της αμερικανικής ισχύος.

 

Ο πόλεμος των πολιτισμών, κατά τη θεωρία του Χάντιγκτον, τον οποίο επικαλέστηκε και χρησιμοποίησε η Δύση για να συντρίψει τον ορθόδοξο κόσμο, και ιδιαίτερα τη Γιουγκοσλαβία, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, στρέφεται πλέον ενάντια στους ίδιους τους εμπνευστές του. Και εάν ισχύει το γεγονός πως το κτύπημα προέρχεται από τους ισλαμιστές της «Βάσης» του Μπιν Λάντεν, τότε προσλαμβάνει διαστάσεις κυριολεκτικά βιβλικές. Ο Αρμαγεδδών που κτύπησε τις ΗΠΑ αποτελεί τη συνέχεια εκείνου που είχε πλήξει τη Σοβιετική Ένωση και ο οποίος προετοιμάστηκε από τις ίδιες τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ: Οι ισλαμιστές, που εξοπλίστηκαν από τη CIA για να υπονομεύσουν τη σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν, στρέφονται σήμερα ενάντια στο χέρι που τους εξέθρεψε. Πρόκειται κυριολεκτικά για την ισλαμική μάστιγα του Θεού και το συμπέρασμα είναι σαφές: Μία διαδικασία παγκοσμιοποίησης η οποία εκπορεύεται από συγκεκριμένα κέντρα (στο παρελθόν την ΕΣΣΔ και σήμερα τις ΗΠΑ), χωρίς να συνυπολογίζει και να συμπεριλαμβάνει τους υπόλοιπους πολιτισμούς και λαούς, που οικοδομείται ενάντιά τους ή παρά τη θέλησή τους, είναι καταδικασμένη να αποτύχει, με τραγικές συνέπειες για όλους τους λαούς, θύτες και θύματα.

 

Εν τέλει, φαίνεται να επιβεβαιώνονται οι φόβοι του Χάντιγκτον για μια εκτεταμένη «σύγκρουση των πολιτισμών», ιδιαίτερα μεταξύ της ιουδαιο-προτεσταντικής Δύσης και του Ισλάμ. Μια σύγκρουση που ακολουθεί την πολύ μικρότερης έκτασης αντιπαράθεση μεταξύ της καθολικής και προτεσταντικής Δύσης και του ορθόδοξου κόσμου, αντιπαράθεση η οποία εκτυλίχθηκε σε πολλά μέτωπα, από το… Αφγανιστάν έως τη Γιουγκοσλαβία και από την Τσετσενία έως το Κοσσυφοπέδιο, όπου ο ισλαμισμός λειτούργησε μάλλον σε συμμαχία με τη Δύση. Σήμερα, οι συμμαχίες ανατρέπονται δραματικά. Η Δύση, παρά τα ισχυρότατα συμφέροντά της, πετρελαϊκά και γεωπολιτικά, στον αραβικό και τον ισλαμικό κόσμο, αντιμετωπίζοντας μια πρόκληση χωρίς προηγούμενο, οδηγείται σε μερική τουλάχιστον ρήξη με το Ισλάμ, ρήξη που πρόκειται να εξελιχθεί σε βάθος χρόνου και να οδηγήσει σε απρόσμενες ανακατατάξεις.

 

Απεδείχθη ότι η τεχνολογική υπεροχή και η λεγόμενη παντοδυναμία της Δύσης είναι εν τέλει ανίσχυρες μπροστά στην ανθρώπινη πολυπλοκότητα και βούληση. Άρκεσαν ορισμένοι άνθρωποι αποφασισμένοι να πεθάνουν για να καταφέρουν ένα κοσμοϊστορικό κτύπημα στη μεγαλύτερη υπερδύναμη της ιστορίας. Αυτό είχε ήδη καταδειχθεί στο Βιετνάμ. Τώρα έρχεται μια νέα τραγική επιβεβαίωση και οι συνέπειες του πλήγματος δεν θα είναι αναστρέψιμες.

 

Οι ΗΠΑ θα χτυπήσουν, βεβαίως, προς όλα τα αζιμούθια -αφού η «χάρτινη τίγρη» διαθέτει ακόμα σιδερένια νύχια- και είναι σίγουρο πως ο κόσμος μας θα γνωρίσει την «συμψη­φιστική» μανία τους με πλήγματα επί δικαίων και αδίκων και ουσιαστικό περιορισμό των ελευθεριών. Όμως τα βασικά δεδομένα δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όχι μόνο αποδείχτηκαν ανίσχυρες να αποτρέψουν ένα τέτοιο θανατηφόρο κτύπημα, καθώς τα υπερσύγχρονα μέσα ασφαλείας που διέθεταν ήταν απολύτως ανεπαρκή, αλλά και έδωσαν, για τουλάχιστον 24 ώρες, την εικόνα μιας οπερετικής υπερδύναμης της οποίας ο πρόεδρος κρυβόταν «από χωρίου εις χωρίον» για να ξεφύγει… από τον Μπιν Λάντεν, μέσα στην ίδια του τη χώρα! Κυρίως, όμως, απώλεσαν δια μιας την αξιοπιστία τους να διαχειρίζονται τις τύχες του κόσμου.

 

Στη Γένοβα, αυτοί και οι εταίροι τους αποκλείστηκαν από 250.000 διαδηλωτές και ηττήθηκαν ιδεολογικά κατά κράτος. Στην παγκόσμια διάσκεψη του ΟΗΕ κατά του ρατσισμού, το καλοκαίρι του 2001, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ουσιαστικώς εκδιώχθηκαν.

 

Στο οικονομικό πεδίο, πίσω από την αυταπάτη της παντοδυναμίας, έχουν ήδη απολέσει την οικονομική πρωτοκαθεδρία από την Ασία, ιαπωνική και σινική. Τα χρηματιστήρια καρκινοβατούν από δική τους ευθύνη και η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται (με πρωταρχικό υπεύθυνο το τεράστιο έλλειμμα του ισοζυγίου των συναλλαγών των ΗΠΑ). Το φαινόμενο του θερμοκηπίου και οι κλιματικές αλλαγές επιταχύνονται για τον επιπρόσθετο λόγο ότι οι ΗΠΑ αρνούνται να δεχθούν περιορισμούς και δεν υπογράφουν το πρωτόκολλο του Κιότο. Τα μόνα στοιχεία που έχουν απομείνει για να αιτιολογούν την ηγεμονία τους είναι η πολιτική και στρατιωτική ισχύς και το κύρος τους[1].

 

Όταν πλήττονται και αυτά, όπως συνέβη με την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, τότε ο βασιλιάς αποκαλύπτεται γυμνός και μια νέα τάξη καθίσταται αναγκαία στις διεθνείς σχέσεις.

 

Η παγκοσμιοποίηση πολιορκείται πανταχόθεν και η καθοδική πορεία της δεν είναι πλέον αναστρέψιμη.

 

Αφού περάσει η πρώτη κρίση, και μετά τις αρχικές αμερικανικές αντιδράσεις, που θα εμπλέξουν όλο και βαθύτερα τις ΗΠΑ στο ισλαμικό αδιέξοδο, όλο και περισσότερες χώρες θα αρχίσουν να απομακρύνονται από την αμερικανική υπερδύναμη, θα διεκδικούν την οικοδόμηση μιας νέας παγκόσμιας ισορροπίας με περισσότερους παίκτες και πρωταγωνιστές, θα επιδιώκουν μια οικονομική τάξη που θα στηρίζεται περισσότερο σε περιφερειακές δομές, πιο ελεγχόμενες και πιο ελέγξιμες, και θα μπει φραγμός στην ασυδοσία των αμερικανικών πολυεθνικών. Γεγονός που θα προκαλέσει αυξανόμενη αντίθεση με τις ΗΠΑ, κινητοποιώντας και εντείνοντας τον τυχοδιωκτισμό τους.

 

Η παγκοσμιοποίηση υπήρξε αποδοτική για τις παγκόσμιες ελίτ μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Όταν όμως μπαίνει σε κρίση, όταν το πτωτικό ντόμινο των χρηματιστηρίων πλήττει τις ίδιες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, τότε η ανάγκη μιας αποδέσμευσης από την αμερικανοκρατούμενη παγκοσμιοποίηση θα γίνεται όλο και πιο επιτακτική.

 

Το γεγονός ότι, μετά τη Γένοβα, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας και ο καγκελάριος της Γερμανίας ζήτησαν την εφαρμογή του φόρου Τόμπιν, που μπορεί να περιορίσει δραματικά τη χρηματιστηριακή παγκοσμιοποίηση, μάλλον προδιαγράφει το τι πρόκειται να συμβεί σε ευρύτερη έκταση υπό το φως της επίθεσης ενάντια στην αμερικανική αξιοπιστία.

 

 

 

Η αρχή του τέλους

 

Κανείς μας, ωστόσο, δεν μπορεί ακόμα να συνειδητοποιήσει πως η θεωρία του τέλους της ιστορίας και της κυριαρχίας της «παγκοσμιοποίησης» θα γνώριζε, στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, ένα τόσο δραματικό τέλος, συμπαρασύροντας μαζί της χιλιάδες ανυποψίαστα θύματα.

 

Αν, όμως, πράγματι υπάρχει κάποιο τέλος, ή μάλλον αρχή του τέλους, είναι εκείνο της ηγεμονίας της Δύσης, το τέλος της ιστορίας ως δυτικής κατασκευής, το «τέλος» της ιστορίας της Δύσης και των εξαγγελιών της, όπου μοιάζει να μην έχει μείνει τίποτε άλλο να βιωθεί και να πραγματοποιηθεί σε συλλογικό επίπεδο.

 

Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ανέδειξε τον δυτικό κόσμο και το εμπόρευμα ως τους απόλυτους κυρίαρχους του πλανήτη, ενώ ο ορίζοντας των ανθρώπων και των προσπαθειών τους έμοιαζε να συρρικνώνεται απλώς στη διεκδίκηση μιας βελτιωμένης θέσης μέσα σε ένα πλαίσιο άκαμπτο και απαραβίαστο. Γι’ αυτό ο δυτικός άνθρωπος βίωσε την εξάντληση της αντιπαράθεσης κρατικού σοσιαλισμού και φιλελεύθερου καπιταλισμού ως τέλος της ιστορίας. Γι’ αυτό και τα διακόσια χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση χαιρετίστηκαν (sic!) το 1989 ως το οριστικό τέλος της επανάστασης.

 

Η δυτική νεωτερικότητα δεν έχει να προσφέρει τίποτε άλλο πέρα από τον ασθματικό χρόνο των διασυνδεδεμένων χρηματιστηρίων του πλανήτη. Όσο για τον Τρίτο Κόσμο, δεν είναι παρά μια no man’s land, που θα πρέπει να τιθασευτεί αυτή την περίοδο της πληθυσμιακής έκρηξης και της «μετάβασης», περίοδο κατά την οποία οι λεγεώνες της Δύσης θα πρέπει να επιβάλουν την τάξη και να καταστείλουν τις εκρήξεις του πυρετού των αποκλήρων. Ο «Τρίτος Κόσμος» είναι ο χώρος των βαρβάρων, όπου ανθούν περίεργοι μεσσιανισμοί, όπως ο ισλαμισμός, πεθαίνουν κατά εκατομμύρια, αλλά γεννιούνται κατά δεκάδες εκατομμύρια και από όπου δεν μπορεί να έλθει κανένα μήνυμα ελπίδας για τους κουρασμένους λεγεωνάριους. Ιστορίες του λυκόφωτος…

 

Με τον πόλεμο ισλαμικής Ανατολής και Δύσης να έχει μόλις αρχίσει, κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μας, στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, εγκαινιάζεται η βαθύτερη αλλαγή της οικονομίας, της κοινωνίας και των διεθνών σχέσεων από την εποχή της έναρξης του ψυχρού πολέμου.

 

Η καταστροφή των «Διδύμων» στη Νέα Υόρκη δεν είναι απλώς μια «απάντηση» του Ισλάμ στην ήττα που είχε καταφέρει στον Αραβικό Κόσμο η αμερικανική υπερδύναμη δέκα χρόνια πριν, με τον πόλεμο του Κόλπου, αλλά συνιστά τη δραματικότερη ανατροπή που έχει συντελεστεί μετά την κατάρρευση του σοβιετικού στρατοπέδου. Κυρίως, όμως, κλείνει με απρόβλεπτο τρόπο την περίοδο της μονοπολικής «υπερ-παγκοσμιοποίησης» και της δεκαετούς απρόσκοπτης ηγεμονίας των ΗΠΑ – της περιβόητης «δεκαετίας Κλίντον».

 

Οι άμεσες επιπτώσεις της νέας κρίσης στο Παλαιστινιακό και στους ευρύτερους συσχετισμούς δυνάμεων στην περιοχή -όπου εμπλέκεται η Ελλάδα και το Κουρδιστάν- καθώς και εκείνες που αφορούν στην αντιπαράθεση Βορρά-Νότου, στην εξέλιξη της ενεργειακής πολιτικής και οικολογικής ισορροπίας του πλανήτη, όπως επίσης οι ιδεολογικές και ηθικές επιπτώσεις της, θα σφραγίσουν τη δεκαετία που άρχισε.

 

Ένας ρομαντικός ισλαμισμός;

 

Σε αυτό το βιβλίο όμως δεν θα μείνουμε μόνο στα περιφερειακά ή γενικότερα προβλήματα που έθεσε ο πόλεμος. Ειδικότερα το ζήτημα του ισλαμισμού θα εξεταστεί ως μία από τις βασικές συνιστώσες της κρίσης του σύγχρονου κόσμου και κυρίως του Τρίτου Κόσμου.

 

Ο ισλαμισμός, όχι ως θρησκευτική δοξασία αλλά ως πολιτικο-κοινωνική θεωρία και κίνημα -κατ’ εξοχήν στη μορφή του ριζοσπαστικού ισλαμισμού- αποτελεί μια από τις σημαντικότερες απόπειρες απάντησης στην περιθωριοποίηση του Τρίτου Κόσμου και στην αποτυχία των εκκοσμικευμένων ιδεολογιών να την αντιμετωπίσουν επιτυχώς.

 

Η κρίση του σοσιαλισμού, και ιδιαίτερα του αραβικού εθνικισμού, άφησαν το πεδίο ελεύθερο στην παρέμβαση του Ισλάμ, που επιχειρεί μια κριτική στην ίδια την κυριαρχία του ορθολογικού δυτικού βιομηχανικού μοντέλου. Ο ισλαμισμός εμφανίζεται παράλληλα με το οικολογικό-εναλλακτικό κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης στη Δύση, ακολουθώντας, όμως, μια διαμετρικά αντίθετη «ρομαντική» κατεύθυνση. Ενώ και τα δύο κινήματα αρνούνται την εργαλειακή ορθολογικότητα, την κυριαρχία του χρήματος και του εμπορεύματος ως κριτηρίου των ανθρωπίνων πράξεων, απορρίπτοντας το κριτήριο της παραγωγικότητας και τη λογική του «Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος», εν τούτοις οι διαφορές τους είναι βαθύτατες. Το εναλλακτικό κίνημα προσπαθεί να συνδυάσει την άρνηση του βιομηχανισμού με μια θεωρία κοινωνικής και ατομικής απελευθέρωσης, η οποία εμπεριέχει στοιχεία ορθολογισμού, αποτελώντας, μ’ αυτόν τον τρόπο, έναν «ριζοσπαστικό ορθολογικό ρομαντισμό». Ο ισλαμισμός, αντιθέτως, και στις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές του, δεσμεύεται από τον θρησκευτικό χαρακτήρα των κυρίαρχων δοξασιών, αυτο-υπονομεύει το απελευθερωτικό του περιεχόμενο και υπ’ αυτή την έννοια μπορεί να χαρακτηριστεί μάλλον ως κίνημα αντίστασης και όχι ως απελευθερωτικό κίνημα. Ένα κίνημα αντίστασης που μπορεί να κατευθυνθεί είτε προς μία απελευθερωτική είτε προς μία ολοκληρωτική-φασίζουσα λογική. Ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός, στις πιο προοδευτικές εκδοχές του, επιχειρεί να προτείνει μια συνολική αντίληψη για ένα νέο κοινωνικό υπόδειγμα, μια «ισλαμική οικονομία» και κοινωνία, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη λογική της απλής αντίστασης στο δυτικό μοντέλο˙ όμως, παρά τις ενδιαφέρουσες κατακτήσεις του, δεν μπορεί να μεταβληθεί αφ’ εαυτού σε απελευθερωτική ιδεολογία. Μόνο και μόνο η αναφορά του στον «κόσμο των πιστών», η άρνηση της καθολικότητας, αποτελεί ένα δεσμευτικό στοιχείο που δεν επιτρέπει έναν τέτοιο μετασχηματισμό. Ο δρόμος από την αποκάλυψη στον ολοκληρωτισμό είναι συχνά εξαιρετικά βραχύς.

 

Πάντως, με τα σημερινά δεδομένα, είναι βέβαιο πως, για τις μουσουλμανικές χώρες, ο ισλαμισμός αποτελεί αναγκαίο πολιτισμικό υπόβαθρο για οποιαδήποτε μετάβαση προς την κατεύθυνση μιας μελλοντικής σύνθεσης: από την αντίσταση στην απελευθέρωση (και το ζήτημα είναι ακριβώς να πάψει να ταυτίζεται το Ισλάμ ως πολιτισμός και παράδοση με το Ισλάμ ως θρησκεία). Γι’ αυτό και θα πρέπει να υπερβούμε τη δαιμονολογία και τον ευρωποκεντρισμό των δυτικών διανοουμένων που θεωρούν τον ισλαμισμό ως ένα απλό φαινόμενο «θρησκευτικού φανατισμού». Άλλωστε και το κομμουνιστικό κίνημα στη σταλινική εκδοχή του μεταβλήθηκε σε οιονεί θρησκευτικό κίνημα. Οι δρόμοι της κατάκτησης της αυτοσυνείδησης των υποκειμένων είναι συχνά περίπλοκοι και πορεύονται δια της τεθλασμένης. Δεν παύουν γι’ αυτό να είναι σημαντικοί ή ακόμα και συναρπαστικοί. Για τις μουσουλμανικές χώρες, η πρόσβαση στη νεωτερικότητα πραγματοποιείται μέσω της επανερμηνείας του ίδιου του ιστορικού και πολιτισμικού τους υποστρώματος. Και αυτή η διαδικασία θα είναι κοινή είτε πρόκειται για μια αυθεντική και απελευθερωτική μετεξέλιξη είτε για οποιοδήποτε αντιδραστικό αδιέξοδο. Εξάλλου ήδη έχουν διαγραφεί οι διαφορετικές κατευθύνσεις του ισλαμιστικού κινήματος, από τον «ισλαμομαρξισμό» του Αλί Σαριάτι και το προοδευτικό Ισλάμ των Παλαιστινιακών οργανώσεων μέχρι τις σκοταδιστικές κρατικιστικές εκδοχές της Σαουδικής Αραβίας, ή το αιματηρό παραλήρημα της «Ένοπλης Ισλαμικής Ομάδας» της Αλγερίας. Αυτές οι διαφοροποιήσεις θα γίνουν ακόμα πιο έντονες στη νέα περίοδο, που εγκαινιάστηκε στις 11 Σεπτεμβρίου.

 

 

Τρίτος Κόσμος και μητροπόλεις

 

Από το 1980 και μετά, για δύο δεκαετίες, η μονεταριστική πολιτική των ΗΠΑ και της Διεθνούς Τράπεζας περιόρισε τη χρηματοδότηση του Τρίτου Κόσμου (ιδιαίτερα των χωρών της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Αραβίας) καθώς και του οιονεί Τρίτου Κόσμου που αποτελεί η πρώην Σοβιετική Ένωση. Το χάσμα, λοιπόν, αυτών των χωρών με τη Δύση μεγαλώνει και γίνεται κυριολεκτικά αβυσσαλέο. Ακόμα και οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες βλέπουν τα εισοδήματά τους να περιορίζονται, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο του Κόλπου και την πτώση των τιμών του πετρελαίου, καθώς αντιμετωπίζουν και μια εκρηκτική δημογραφική αύξηση. Η συνέπεια είναι η εντονότερη περιθωριοποίηση μεγάλων ζωνών του Τρίτου Κόσμου, και κατ’ εξοχήν της Αφρικής.

 

Όμως, το διευρυνόμενο χάσμα Βορρά-Νότου[2] δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν μια γενική στασιμότητα του Τρίτου Κόσμου. Ο Τρίτος Κόσμος δεν είναι στάσιμος στο σύνολό του. Υπάρχει μια ομάδα χωρών που αναπτύσσεται ταχύτατα, ιδιαίτερα ο κινεζικός κόσμος ο οποίος διεισδύει στη διεθνή αγορά και τείνει να συγκροτήσει, μεσοπρόθεσμα, μαζί με την Ιαπωνία, ένα νέο πόλο ισχύος στον χώρο του Ειρηνικού. Ακολουθούν και άλλες μεγάλες χώρες της Ασίας, όπως η Ινδία και η Ινδονησία, που προσπαθούν να ακολουθήσουν τον κινεζικό κόσμο προς τη σύμπηξη ενός σχετικά αυτόνομου οικονομικού υποσυστήματος, με τεράστια περιεκτικότητα και δυνατότητες. Η ταχύτατη οικονομική ανάπτυξη της Ασίας υπονομεύει τη δυτική κυριαρχία, γεγονός που θα πυροδοτήσει έναν ακήρυκτο οικονομικό πόλεμο. Άλλωστε, η χρηματιστηριακή και οικονομική κρίση των Νέων Βιομηχανικών Χωρών, το 1997, δεν ήταν παρά μια απόπειρα της Αμερικής να βάλει φραγμό στη θυελλώδη ανάπτυξή τους, πολιτική που επί μια δεκαετία εφαρμόζει με επιτυχία έναντι της Ιαπωνίας.

 

Ο Τρίτος Κόσμος της μεγάλης κρίσης είναι εκείνος της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής, της Εγγύς Ανατολής. Εδώ, για διαφορετικούς λόγους, η κρίση πήρε συχνά διαστάσεις αποκάλυψης: κρίση οικονομική, οικολογική, ηθική. Σε διαφορετικά επίπεδα, η Λατινική Αμερική -το πιο αναπτυγμένο συνολικά κομμάτι του Τρίτου Κόσμου- και η Αφρική -το πιο καθυστερημένο- γνώρισαν μια περίοδο στασιμότητας, υποχώρησης ακόμα και των τυπικών αναπτυξιακών δεικτών, όπως του κατά κεφαλήν ΑΕΠ και της μέσης κατανάλωσης.

 

Παρότι, λοιπόν, η μανιχαϊστική εικόνα ενός καθηλωμένου Τρίτου Κόσμου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, μια και το ποσοστό του στην παγκόσμια παραγωγή αυξάνεται, δεν παύει ωστόσο να ισχύει το γεγονός ότι οι αντιθέσεις έχουν οξυνθεί και, πίσω από τη φαινομενική κυριαρχία των δυτικών πολυεθνικών, έχουν ενταθεί οι πραγματικές διαδικασίες αποσύνδεσης ανάμεσα στις οικονομίες αυτών των χωρών και τις μητροπόλεις. Ο Τρίτος Κόσμος -ή έστω σημαντικά τμήματά του- θα μπει και πάλι σε μια περίοδο αναταραχών, στην κατεύθυνση μιας νέας απόπειρας αυτονόμησης από τη Δύση. Θα προσπαθήσει να αποκτήσει ουσιαστικότερο έλεγχο πάνω στις πρώτες ύλες και το παραγωγικό του δυναμικό, ενώ οι μητροπόλεις θα τείνουν να μεταβάλλονται σε περιχαρακωμένο φρούριο για να αντιμετωπίσουν την «επίθεση των βαρβάρων». Όσο θα μεγαλώνει η πληθυσμιακή διαφορά ανάμεσα στους δύο κόσμους, η οποία ήδη είναι 5 προς 1, η σημερινή «τάξη πραγμάτων» θα γίνεται αβάσταχτη ενώ νέες εντάσεις και συγκρούσεις θα αναδεικνύονται. Εντάσεις που, για την ώρα, θα παίρνουν τη μορφή είτε του οικονομικού πολέμου, όπως αυτός που διεξάγεται, πίσω από μια βιτρίνα συνεργασίας, μεταξύ της Άπω Ανατολής και της Δύση, είτε του ιδεολογικού και πολιτικού πολέμου στον οποίο θα καταφεύγουν τα πιο περιθωριοποιημένα τμήματα του Τρίτου Κόσμου.

 

Η ενίσχυση του ισλαμισμού είναι ακριβώς μια ιδεολογική έκφραση αυτής της ρήξης, αυτού του χάσματος που βαθαίνει, δεδομένου ότι η προσέγγιση με τη Δύση, με τα σημερινά δεδομένα, είναι ανέφικτη. Η απόρριψη του ίδιου του δυτικού προτύπου και η «επιστροφή στην παράδοση» των τριτοκοσμικών χωρών προβάλλει ως εναλλακτική πρόταση. Καθώς όμως η επιστροφή αυτή δεν αρκεί για να απαντήσει στην πρόκληση της Δύσης, μόνο ένας νέος συγκρητισμός θα μπορούσε να αποτελέσει μια ουσιαστική διέξοδο.

 

 

 

Το οικολογικό αδιέξοδο

 

Τέλος, φθάνουμε στο πλανητικό οικολογικό ζήτημα το οποίο αποτελεί και την πιο σαφή επιβεβαίωση της βαθύτερης σχέσης ανάμεσα στους πολίτες του δυτικού και του Τρίτου Κόσμου. Η ύπαρξη του Τρίτου Κόσμου είναι η απόδειξη πως το σημερινό σύστημα ανάπτυξης δεν μπορεί να επεκταθεί στο σύνολο του κόσμου και να διαιωνιστεί, παρά μόνο με τίμημα την καταστροφή του πλανήτη. Το σημερινό βιομηχανικό πρότυπο εξακολουθεί να υφίσταται μόνο στον βαθμό που το κέντρο της παραγωγής και της κατανάλωσης είναι εντοπισμένο σε ένα μέρος του κόσμου. Η διχοτόμηση Βορρά-Νότου αποτελεί οργανικό στοιχείο του.

 

Οι αιτίες που κάνουν αδύνατη τη σύγκλιση των δύο κόσμων είναι οι εξής: Η πρώτη είναι ότι η ανισότητα, τόσο μέσα στις κοινωνίες όσο και ανάμεσα στα έθνη, αποτελεί το νεύρο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής˙ χωρίς ανισότητα δεν μπορεί να αναπτυχθεί. Η δεύτερη είναι ότι το περιβάλλον δεν μπορεί να αντέξει τη βιομηχανοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης σε πλανητικό επίπεδο.

 

Τα οικολογικά προβλήματα είναι αποφασιστικής σημασίας για τον Τρίτο Κόσμο. Η αποψίλωση των δασών, η διάβρωση των εδαφών, ο υπερπληθυσμός, η απειλή από το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η επέκταση των επιδημιών -βλέπε το πρόβλημα του ΑIDS στην Αφρική- παράλληλα με τη μόλυνση από τις βιομηχανικές δραστηριότητες, προσλαμβάνουν τεράστιες διαστάσεις. Η κοινή όμως απειλή της κρίσης της βιόσφαιρας μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για μια ουσιαστική αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς σε ολόκληρο τον κόσμο.

 

Μόνο, λοιπόν, μέσω της οικολογικής κρίσης -αλλά και σαν μια θετική απάντηση στη γενίκευση της ανασφάλειας που σηματοδότησε η τρομοκρατική ενέργεια της 11ης Σεπτεμβρίου- μπορούν οι λαοί του Βορρά να κατανοήσουν βαθύτερα τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα του Νότου και να συστρατευτούν σε ένα εγχείρημα μετασχηματισμού της παγκόσμιας τάξης, οικονομικής και κοινωνικής, απορρίπτοντας τη διχαστική λογική του πολέμου των πολιτισμών. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης είχε ως αφετηρία του την οικολογική διάσταση των προβλημάτων και την αλληλεγγύη στον Τρίτο Κόσμο, ξεκινώντας από τη διάσκεψη του Ρίο ντε Τζανέιρο, το 1992, και φθάνοντας μέχρι τη Γένοβα το 2001.

 

 

Ο πόλεμος των πολιτισμών και τα αδιέξοδά του

 

Η εξέλιξη της πολιτισμικής αντιπαράθεσης, που έλαβε πλανητικές διαστάσεις με το τρομοκρατικό κτύπημα στις ΗΠΑ, κινδυνεύει να περιορίσει το έδαφος της ανάπτυξης αντισυστημικών κινημάτων στον δυτικό κόσμο, όπως το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης. Οι δυτικές κοινωνίες θα ρέπουν, για ένα διάστημα τουλάχιστον, προς ρατσιστικές εκδοχές της αντι-παγκοσμιοποίησης (αποκλεισμός των ξένων, ιδιαίτερα των μουσουλμάνων, περιορισμός των μετακινήσεων, κυριαρχία της αντίληψης Δύση-φρούριο). Σε αυτές τις συνθήκες, ο ρόλος των ενδιάμεσων ζωνών (ορθόδοξος χώρος, Λατινική Αμερική, σινικός κόσμος) στην ανάπτυξη μαζικών εναλλακτικών ρευμάτων θα ενισχυθεί.

 

Ο δυτικός κόσμος, οδηγώντας σε παροξυσμό τον εργαλειακό ορθολογισμό του, τον τεχνολογικό ντετερμινισμό του και τη λογική της ισχύος, απέδειξε ότι δεν μπορεί να προσφέρει απάντηση στα ερωτήματα του κόσμου μας. Όσο για το Ισλάμ, και μάλιστα στις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές του, η θεμελιώδης αδυναμία του να δεχθεί τον διαχωρισμό ανάμεσα στο ενταύθα και το επέκεινα, το καθιστά ανίκανο να επινοήσει ένα εναλλακτικό οικουμενικό πρόταγμα απέναντι στην παγκοσμιοποίηση που απορρίπτει. Η σύγκρουσή του με τη Δύση κινδυνεύει να έχει καταστρεπτικές και όχι απελευθερωτικές συνέπειες. Σε αυτή την αντιπαράθεση θα πρέπει να «παρεμβληθούν», να παρέμβουν, και άλλοι πολιτισμοί και άλλες προτάσεις που θα θέτουν επιτέλους ένα αίτημα καθολικότητας, χωρίς ισοπέδωση, και συνύπαρξης απέναντι στην ολοκληρωτική οπτική του δυτικού ορθολογισμού και την αποκλειστικότητα του ισλαμικού φονταμενταλισμού έναντι κάθε άλλης παραδόσεως. Και μόνο μια τέτοια «παρεμβολή» μπορεί να πυροδοτήσει και ένα εσωτερικό «σχίσιμο» της δυτικής παράδοσης μεταξύ της κυρίαρχης εργαλειακής μετεξέλιξής της που ενσαρκώνεται στον αμερικανισμό και να «απελευθερώσει» την επαναστατική και αντιεξουσιαστική εκδοχή της, που σήμερα υποτάσσεται στον εργαλειακό λόγο.

 

Η πολιτική των Αμερικανών, όπως διαγράφεται δυόμισι μήνες μετά τις 11 Σεπτεμβρίου, τείνει να ενισχύσει τη συγκρότηση ενός ενιαίου ισλαμικού μετώπου, από το οποίο θα βγουν κερδισμένες οι πλέον αντιδραστικές δυνάμεις του Ισλάμ, ενώ αντίστοιχα στον δυτικό κόσμο θα υποχρεώσει όλους τους υπολοίπους να συμπαραταχθούν πίσω από τις ΗΠΑ. Μια γενικευμένη σύγκρουση Ισλάμ-Δύσης θα ευνοήσει εν τέλει τις κατεστημένες εξουσίες και στα δύο στρατόπεδα και θα επαναεπιβεβαιώσει την αμερικανική ηγεμονία στα πλαίσια της Δύσης, έστω και εάν το δυτικό στρατόπεδο εξέλθει συνολικά συρρικνωμένο από αυτή την κρίση. Ο μηχανισμός είναι προφανής. Το ισλαμιστικό κίνημα, ενώ δεν μπορεί άμεσα να καταλάβει την εξουσία και «να εφαρμόσει» το πρόγραμμά του, μπορεί ωστόσο να υποχρεώσει όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις των μουσουλμανικών χωρών και τις άρχουσες τάξεις τους να «ισλαμοποιηθούν» και να μεταβάλουν τη «μουσουλμανική ταυτότητα» στο κυρίαρχο στοιχείο τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιτρέψει στις ισχυρότερες μουσουλμανικές χώρες (Πακιστάν, και πιθανώς Ινδονησία, Τουρκία κ.λπ.) να χρησιμοποιήσουν το δυναμικό αυτού του «ισλαμικού στρατοπέδου» ως όπλο για την προώθηση των επιδιώξεών τους, γεωπολιτικών και οικονομικών.

 

Δεδομένου ότι ο ευρωπαϊκός κόσμος, ιδιαίτερα της Μεσογειακής και της Ανατολικής Ευρώπης, βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με τον ισλαμικό και αντιμετωπίζει άμεσα την πίεσή του, μια τέτοια στρατηγική οδηγεί αναπόφευκτα την Ευρώπη στην αγκαλιά των ΗΠΑ για να αντιμετωπιστεί η ισλαμική πίεση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ρωσίας, της Ελλάδας, και εν μέρει των μεγάλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθημερινά εντάσσονται όλο και περισσότερο στη σφαίρα επιρροής των Αμερικανών.

 

Μια τέτοια επιλογή θα είναι κυριολεκτικά καταστροφική για τους λαούς της Νοτιο-ανατολικής Ευρώπης καθώς και για τους Αραβικούς λαούς. Διότι θα προκρίνει μια στρατηγική μετωπικής αντιπαράθεσης που θα διαιωνίσει το Παλαιστινιακό και την υποταγή των Αράβων και θα υποτάξει τη Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη στη Δυτική και όλη την Ευρώπη στις ΗΠΑ.

 

Κατά συνέπεια, η Ελλάδα, η Ανατολική Ευρώπη, η Νότια Ευρώπη έχουν συμφέρον στην ανάπτυξη μιας στρατηγικής προσέγγισης με τους Αραβικούς λαούς καθώς και στην ενίσχυση του προοδευτικού Ισλάμ, έναντι του συντηρητικού σκοταδιστικού, του χανμπαλιτισμού και των κυβερνητικών κύκλων της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν. Και το πρώτο βήμα για μια τέτοια στρατηγική είναι η λύση του Παλαιστινιακού ζητήματος που λειτουργεί ως ο μοχλός για την ισλαμοποίηση του αραβικού εθνισμού φυλακίζοντας τους αραβικούς λαούς στο δίλημμα υποταγή ή αδιέξοδος φονταμενταλισμός.

 

Στα πλαίσια αυτής της σύγκρουσης, η Ελλάδα θα πρέπει να ενισχύσει την αυτονομία της, σε όλα τα πεδία, να μάθει να στέκεται στα δικά της πόδια, γιατί διαφορετικά κινδυνεύει να εμπλακεί σε έναν πόλεμο που δεν είναι δικός της καθώς δεν είναι ούτε Ατλαντική Δύση ούτε ισλαμική Ανατολή. Η χώρα μας έχει συμφέρον στην οικοδόμηση ενός πολυπολικού κόσμου.

 

Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην Ευρώπη, θα πρέπει να ενισχύσουμε την ιδέα μιας ισόρροπης ευρωπαϊκής ταυτότητας, διότι η σημερινή ηγεμονία της δυτικής συνιστώσας είναι καταστροφική τόσο για μας όσο και για την αυτονομία της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ. Μια δυτικοστραφής Ευρώπη θα είναι καταδικασμένη να υποτάσσεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

 


 

[1] Το έλλειμμα του ισοζυγίου, που προαναφέρθηκε, καλύπτεται επειδή, έχοντας ως έρεισμα την παγκόσμια ηγεμονία τους, επιβάλλουν την παντοδυναμία του δολαρίου και τη συσσώρευση των παγκόσμιων επενδύσεων στις ΗΠΑ.

 

[2] Το οποίο εκφράζεται και με τον περιορισμό των πιστώσεων προς τον Τρίτο Κόσμο και με τη μείωση του ποσοστού του ΑΕΠ των αναπτυγμένων χωρών που κατευθύνεται προς τις υπανάπτυκτες χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Εγγύς Ανατολής.

Advertisements

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: