Γιώργος Καραμπελιάς

Άρθρα-Κείμενα-Βιβλία

Στο κοίλον της Ιστορίας- Ελλάδα και Παγκοσμιοποίηση (2001)

Posted by yiorgoskarabelias στο Αύγουστος 26, 2007

koilon.jpg

α. το τελος μιας ιστορικης εποχης

H βασική καθοδηγητική αρχή των μεγάλων πολιτισμών από τη στιγμή της εμφάνισης του μεσσιανισμού (των μονοθεϊστικών θρησκειών και των εκκοσμικευμένων καθολικών και καθολικευτικών ιδεολογιών ­– του φιλελευθερισμού, του μαρξισμού, της οικολογίας) είναι πως η πορεία του ανθρώπινου γένους αποτελεί μια συνεχή διαδικασία αναμίξεων και ομογενοποίησης που διακόπτεται από περιόδους διαχωρισμού και διαφοροποίησης, αλλά η γενική πορεία παραμένει αδήριτη προς την κατεύθυνση της απόλυτης ομογενοποίησης φύλων, φυλών, γλωσσών, μια πορεία προς τον άνθρωπο ως αφηρημένη και καθολική μορφή. «Όλοι για έναν και ένας για όλους». Όλοι ένας και ο ένας όλοι… Η «κατάληξη» της ανθρώπινης περιπέτειας βρίσκεται στην απόλυτη ομογενοποίηση, είτε μέσω της αγοράς –φιλελευθερισμός– είτε μέσω της αταξικής κοινωνίας – κομμουνισμός.

Σήμερα, οι νέες δυνατότητες της τεχνολογίας, και της βιοτεχνολογίας, κατ’ εξοχήν, έρχονται να προσθέσουν ένα νέο ψηφιδωτό στην εικόνα. Σε έναν κόσμο όπου, σταδιακώς, ακόμα και η ίδια η γονιμοποίηση, η κύηση, η γέννηση θα «απελευθερωθούν» από την ανθρώπινη διαμεσολάβηση, όλοι εκείνοι οι διαχωρισμοί που θεμελίωναν την ανθρώπινη ιδιαιτερότητα, τη συλλογική και ατομική ετερότητα, θα είναι έωλοι και ξεπερασμένοι. Οι άνθρωποι θα ζουν σε ένα μοναδικό και ενιαίο καθεστώς, θα καταναλώνουν τα ίδια προϊόντα, θα έχουν αποδεχθεί την παγκοσμιοποίηση ως ομογενοποίηση. Ο επερχόμενος κλωνισμός, καθώς και τα άλλα δημιουργήματα /τερατουργήματα της βιοτεχνο­λογίας και οι ρέπλικες του μέλλοντός μας, απλώς θα ολοκληρώσουν τη διαδικασία.

Υπήρξε όντως η ανθρώπινη ιστορία –όπως και η ιστορία της φύσης– μια διαδικασία ομογενοποίησης, ή, αντιστρόφως, ήταν μια διαδικασία πολυπλοκοποίησης και διαφοροποίησης; ΄Η μήπως και τα δύο; Στην πραγματικότητα, στη φύση αλλά και στην ιστορία, ομοιομορφοποίηση και πολυπλοκοποίηση εναλλάσσονται σε ένα διαρκώς ανώτερο επίπεδο σύνθεσης: Από το μπινγκ-μπανγκ στη συγκρότηση του σύμπαντος και από τους μονοκύτταρους οργανισμούς στους πολύπλοκους με διαφοροποιημένα όργανα, από τις απλούστερες κοινωνικές συσσωματώσεις, με μικρό καταμερισμό εργασίας, σε κοινωνίες υψηλού καταμερισμού, τέλος από την κοιλάδα του Ολντουβάι και το μεγάλο ρήγμα της Δυτικής Αφρικής, όπου φαίνεται να ξεκίνησε η ανθρώπινη περιπέτεια πριν πεντέμιση εκατομμύρια χρόνια, στην καταπληκτική διαφοροποίηση των ανθρωπίνων πολιτισμών, από τα υψίπεδα των Άνδεων μέχρι τις κοιλάδες της Νέας Γουϊνέας.

Όσο για τις διαδικασίες ομοιομορφοποίησης, τις περισσότερες φορές πρόκειται για αποσυνθετικές διαδικασίες: δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα και εξίσωση της θερμοκρασίας, θάνατος των ζωντανών οργανισμών και αποσύνθεσή τους, διάλυση των μεγάλων πολιτισμών και πτώση του επιπέδου του καταμερισμού και της κοινωνικής πολυπλοκοποίησης. Η ίδια η εμφάνιση της ζωής συνιστά μια αντι-δράση ενάντια στις δυνάμεις της εντροπίας και της ομοιομορφοποίησης.

Ταυτοχρόνως όμως η καθολίκευση –η γενίκευση– συνοδεύει εξίσου και παραλλήλως την ανθρώπινη ιστορία. Οι ανακαλύψεις των εργαλείων θα εξαπλωθούν σε όλο τον πλανήτη και το ίδιο θα συμβεί με τις μεγάλες τεχνολογικές επαναστάσεις – την αγροτική, τη βιομηχανική, την πληροφορική.

Εν κατακλείδι, καθολίκευση και διαφοροποίηση συνδυάζονται και συχνά διαδέχονται η μία την άλλη ή βαδίζουν ταυτόχρο­να σε διαφορετικά πεδία. Συνήθως, η γενίκευση σε κάποια επίπεδα συνδυάζεται με τη διαφοροποίηση σε κάποια άλλα.

Η σημερινή φάση της «παγκοσμιοποίησης», που ήρθε να αντικαταστήσει την αμέσως προηγούμενη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας, κατά την οποία η βιομηχανική επανάσταση συνδυαζόταν με έναν υψηλό βαθμό ιδεολογικής και καθεστωτικής-εθνικής διαφοροποίησης. Η παγκοσμιοποίηση θα ήθελε να αποτελέσει μια ιστορική καινοτομία: να επιβάλει την ομοιομορφοποίηση σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής και να διαλύσει κάθε είδους συλλογική ετερότητα, είτε εθνική είτε ιδεολογική-κοινωνική. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, έχει ήδη έλθει το «τέλος της ιστορίας» –η οποία αποτελεί μια μεγάλη «διήγηση» και προϋποθέτει την ύπαρξη συλλογικών ετεροτήτων– και, στο εξής, κάθε μορφή παλιάς συλλογικής ετερότητας θα υποκατασταθεί από μια και μόνη μορφή ετερότητας, την ατομική, και η ιστορία με μεγάλο Ι θα αντικατασταθεί με τις ατομικές «διηγήσεις» των ανθρώπων-ατόμων. Κάτι ανάλογο δεν βιώνουν εξ άλλου στην καθημερινότητά τους οι άνθρωποι της «πολιτισμένης Δύσης»; Οι εθνικές και ταξικές αντιπαραθέσεις μοιάζουν να έχουν στομώσει και το μόνο που έχει νόημα είναι η ατομική επιτυχία/ευτυχία μέσα από μια αδιάκοπη συσ­σώρευση προϊόντων και εμπειριών.

Και αν ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο «παγκόσμιο κράτος», βαδίζουμε προς τα εκεί, μέσω του πολλαπλασιασμού των διεθνών οργανισμών και προπαντός μέσω της οικονομικής «παγκοσμιοποίησης» και της ανάπτυξης των πολυεθνικών εταιρειών που τείνουν να αγκαλιάσουν σε ένα ενιαίο δίκτυο το σύνο­λο του πλανήτη.

Αυτή η λογική, όμως, υφίσταται όλο και περισσότερες επικρίσεις αφού η ετερότητα αναδεικνύεται και πάλι στο προσκήνιο αρχικώς μέσω της πολιτισμικής και εθνικής διαφοροποίησης όπως τόσο εναργώς καταδεικνύει η άνοδος του Ισλάμ. Και όλα δείχνουν πως η παγκοσμιοποίηση θα ηττηθεί και στο οικονομικό πεδίο, καθώς η οικονομική πρωτο­καθεδρία της Δύσης απειλείται άμεσα από την οικονομική ενδυνάμωση της Ασίας, για πρώτη φορά μετά από τουλάχιστον πεντακόσια χρόνια δυτικής ηγεμονίας. Ισλάμ και Άπω Ανατολή, με διαφορετικό τρόπο, απειλούν την εδραίωση της δυτικής ηγεμονίας σε παγκόσμια κλίμακα.

Ωστόσο, οι υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης θεωρούν πως η ισχύς της είναι ακαταμάχητη στο πεδίο της οικονομίας, έστω και χωρίς δυτική πρωτοκαθεδρία, ακόμα και εάν στο ά­μεσο μέλλον οι ΗΠΑ υποκα­τασταθούν από την Ιαπωνία ή την Κίνα.

Ισχύει πράγματι κάτι τέτοιο; Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα από ό,τι θέλει να παρουσιάσει η γενικευτική λογική της «παγκοσμιοποίησης»: Η οικονομική αποτελεσματικότητα της διευρυνόμενης κλίμακας των ανταλλαγών, των «οικονομιών κλίμακας» και των μεγάλων πληθυσμιακών συγκεντρώσεων τίθεται αυτή καθεαυτή υπό αμφισβήτηση. Το κόστος των μεταφορών, το βάρος της δημιουργίας υποδομών, η κυκλοφοριακή συμφόρηση, τα εργασιακά και οργανωτικά προβλήματα των τεράστιων μονάδων παραγωγής, τα προβλήματα της εκπαίδευσης και επανεκπαίδευσης του προσωπικού καθιστούν οικονομικά ασύμφορη την αδιάκοπη μεγέθυνση των μονάδων και το διαρκώς επεκτεινόμενο εμπόριο μεγάλων αποστάσεων. Αν, δε, συνυπολογίσουμε και το οικολο­γικό και κοινωνικό κόστος της παγκοσμιοποίησης, από τις τεράστιες δαπάνες που απαιτούνται για την οικολογική διαχείριση των καταστροφών που προκαλεί η «ελεύθερη οικονομία», έως τα ναρκωτικά, τις φυλακές, την ανασφάλεια, τα προβλήματα υγείας, τότε το συμπέρασμα είναι αδιαμφισβήτητο: Η παγκοσμιοποίηση, με την ξέφρενη και ανεξέλεγκτη μορφή της, αποτελεί ήδη φραγμό στην ίδια την ανάπτυξη και θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα οικονομική μορφή, διότι το μικρό και το εγγύς παρουσιάζουν μεγαλύτερη οικονομική, οικολογική και κοινωνική αποδοτικότητα από ό,τι το τεράστιο και το απομακρυσμένο. Επιβεβαιώνεται δηλαδή ο κανόνας που θέλει την ομοιομορφοποίηση να αποτελεί αποσυνθετική διαδικασία, μορφή παρακμής ενός πολιτισμού και όχι το αντίστροφο.

Η υπέρβαση της αποσύνθεσης και της παρακμής θα επιτευχθεί στην αναβάθμιση του τοπικού, της μερικότητας, της ιδιαιτερότητας, του εθνικού και του περιφερειακού, που όμως δεν αρνείται την επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο, δεν αρνείται μια μορφή «παγκοσμιοποίησης», αλλά προωθεί μια οικουμενικότητα δηλαδή ανάπτυξη των παγκόσμιων σχέσεων ιδίως στο επίπεδο της εκπαί­δευσης, της επικοινωνίας, της πληροφόρησης – με ταυτόχρονη εδραίωση της διαφο­ρο­ποί­ησης.

Είναι επί πλέον προφανές ότι σε ένα μοντέλο όπου οι δύο μοναδικοί και εν δυνάμει πόλοι είναι το παγκόσμιο πεδίο και το άτομο, όπως υποστηρίζουν οι απανταχού υποστηρικτές των «ατομικών δικαιωμάτων», δεν χωράει το πολιτικό πεδίο, το πεδίο της κυβέρνησης και της αυτοκυβέρνησης˙ σε μια τέτοια περίπτωση οι άνθρωποι θα κυβερνιούνται από τα πράγματα, δηλαδή τη μεγαμηχανή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Εξ ου και η σημερινή παρακμή της πολιτικής στη Δύση. Η δημοκρατία και η συμμετοχή απαιτούν τη διαχείριση στο εγγύτερο δυνατό πεδίο για τον πολίτη· και διαχείριση όχι μόνο των… σκουπιδιών, αλλά της ίδιας της παραγωγής.

***

Συνέπεια της πολιτικής και κοινωνικής παρακμής που ζήσαμε τις ακροτελεύτιες δεκαετίες του περασμένου αιώνα υπήρξε και η γενίκευση της ιδεολογίας του «τέλους»: Τα τέλη του 20ού αιώνα σφραγίστηκαν από τη λογική, τη φρασεολογία ή τη ρητορική του «τέλους». Τέλος του σοσιαλισμού, τέλος της διαίρεσης σε στρατόπεδα, εξάντληση της οικολογικής ισορροπίας του πλανήτη, τέλος του έθνους-κράτους και του κράτους πρόνοιας, τέλος του ανθρώπου ως φυσικού δημιουργήματος και είσοδος στην εποχή των τεχνητών «προσθηκών».

Και φυσικά το «τέλος του μαρξισμού», το τέλος των ιδεολογιών και όλα τα συμπα­ρο­μαρτούντα: Το τέλος της ιστορίας. Και ο κατάλογος μπορεί να είναι χωρίς… τέλος! Το έσχατο καταφύγιο του σύγχρονου ανθρώπου, ο έρωτας, έπαψε να μοιάζει έρωτας και εισήλθε στη δικαιοδοσία της φαντασμαγορίας της virtual reality. Η φρενίτιδα των τεχνικών αλλαγών και ο κολασμένος χορός της αδιάκοπης συσσώρευσης εμπορευμάτων προκαλούν μια ανελέητη γήρανση προϊόντων, ιδεών, συμπεριφορών και. ανθρώ­πων, όπου το σημερινό «νέο» έχει ήδη μια ημερομηνία λήξης όλο και πλησιέστερη στην ημερομηνία παραγωγής του. Tο αύριο είναι ήδη σήμερα και το σήμερα χθες.

Αν σε όλη την ιστορία του ανθρώπινου είδους ο ιστορικός-τεχνητός χρόνος απέκλινε από τον φυσικό χρόνο, ποτέ άλλοτε αυτή η απόκλιση δεν έτεινε να πάρει τα χαρακτηριστικά μιας ριζικής διχοτομίας όπου ο ιστορικός κόσμος της τεχνόσφαιρας αντιπαρατίθεται τόσο βίαια με τον υλικό-φυσικό κόσμο. Εξαντλείται λοιπόν ο κόσμος που γνωρίσαμε. Το τέλος της ιστορίας, ή μήπως της προϊστορίας (sic);

Ο τεχνόκοσμος παύει πια να λειτουργεί ως δημιούργημα του ανθρώπου, και είναι ο άνθρωπος που λειτουργεί ως προέκτασή του. Γι’ αυτό και ποτέ άλλοτε η αίσθηση της αλλοτρίωσης και της ανημπόριας δεν ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη. Ο παλιός κόσμος τελειώνει κάθε μέρα και ο «καινούργιος» που αναδύεται είναι όλο και περισσότερο χωρίς νόημα. Ο Μιχάλης Ράπτης, ο ιδαλγός της επανάστασης και του ελληνισμού, λίγο πριν πεθάνει, το απέδωσε, σε μια συζήτησή με τον υποφαινόμενο, υπέροχα και οριστικά: «ζούμε στο κοί­λον της ιστορίας».

Κατά συνέπεια, δεν βρισκόμαστε μόνο στο τέλος μιας εποχής, αλλά σε ένα σταυροδρόμι της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή την εξέλιξη ο Φουκουγιάμα χαρακτήρισε «τέλος» της ιστορίας, με την έννοια πως μοναδικός ορίζοντας αυτού του κόσμου είναι η μαζική, δήθεν, αντιπρο­σωπευτική δημοκρατία και όλα τα επιμέρους ιστορικά γεγονότα κατατείνουν ακριβώς στην επιβεβαίωση αυτής της καθολικής μορφής. Άκρατη ατομικοποίηση, που σταδιακά διαλύει ή θα διαλύσει και την ίδια την πυρηνική οικογένεια, στον βαθμό που ακόμα αντιστέκεται, δια­μεσολάβηση των έσχατων ανθρώπινων σχέσεων από το χρήμα, μετατροπή τους σε εμπορεύματα. Μετατροπή που τείνει να φτάσει στην παραγωγή ενός τεχνητού ή «ημιτεχνητού» ανθρώπου, μέσα από τις γονιδιακές παρεμβάσεις, την ιατρική προσθετική και τη δημιουργία των βιορομπότ. Ο Όργουελ, ο Χάξλεϋ και οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας ποτέ δεν ήταν τόσο κοντά στην υλοποίηση των προβλέψεών τους. Το πέρασμα στον τεχνο-άν­θρω­πο είναι το ιδεώδες όριο του φιλελευθερισμού, γιατί μόνο τότε στην πραγματικότητα θα έχει δημιουργήσει το απόλυτο «άτομο», που δεν έ­χει ανάγκη από κοινωνικότητα και αλληλεγγύη (παρ’ όλο που, όπως είδαμε στο κινηματογραφικό έργο Blade Runner, ακόμα και τα βιορομπότ-ρέπλικες υπέκυψαν στη συναισθηματική ανάγκη της αλληλεγγύης).

Κατά συνέπεια, η μόνη πιθανή αντίσταση, ή ίσως και η ανατροπή αυτού του παγκόσμιου ενοποιημένου εμπορευματικού συστήματος, μπο­ρεί να προέλθει από την ανάδειξη ενός διαφορετικού συστήματος αναγκών που θα έχει τέτοια ισχύ και καθολικότητα ώστε να ανατρέψει το κυρίαρχο εμπορευματικό σύστημα˙ ενός συστή­ματος αναγκών με νέες ανθρωπολογικές και οντολογικές διαστάσεις.

Όμως αυτή η υπόθεση μιας νέας «φαντασιακής θέσμισης», για να μην πάρει τον χαρακτήρα μιας ακόμα ουτοπίας απέναντι στην υλική πραγματικότητα της αυτο-αναπαραγώμενης σε πλανητική κλίμακα μεγαμηχανής της καπιταλιστικής συσσώρευσης, θα πρέπει να αναζητήσει πραγματικό έδαφος για να στηριχτεί: στην υλική πραγματικότητα, σε πραγματικές ανάγκες και ανατροπές, σε πλειοψηφικά ή καθολικά κοινωνικά υποκείμενα. Θα πρέπει να ξαναθέσει με νέους όρους το αίτημα της θεμελίωσης μιας αυθεντικής εναλ­λακτικής πρότασης, που έθετε με άλλους όρους ο νεαρός Μαρξ.

β. το λυκοφως του νεοελληνα ανθρωπου;

Αν λοιπόν σε αυτή την «εποχή του τέλους» δοκιμάζονται άνθρωποι, πολιτισμοί και ιδέες, αν ο κόσμος μεταβάλλεται σε αντικατοπτρισμό, αν παλιοί πολιτισμοί, κοινωνικά και ιστορικά υποκείμενα, συστήματα ιδεών και μπλοκ βουλιάζουν, ο Έλληνας, ο κόσμος του, αντιμετωπίζει μια αβυσσαλέα κρίση. Όσο αρχαι­ότερος είναι ένας πολιτισμός, τόσο εντονότερη η αντιπα­ράθεση με το παρόν, τόσο μεγαλύτερη η δυσκολία «προσαρμογής», τόσο βαθύτερη η τομή και ο αποπροσανατολισμός.

Τα τελευταία ογδόντα χρόνια υπήρξαν καταλυτικά. Οι Έλληνες ξεριζώθηκαν από χώρους στους οποίους είχαν ζήσει για χιλιάδες χρόνια. Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη, Βαλκάνια, Πόντος, Μαύρη Θάλασσα. Είτε στριμώχτηκαν στην ασφυκτική φυλακή της μετριοκρατικής ψωροκώσταινας, είτε ταξίδεψαν σε μακρινούς και υπερπόντιους τόπους ως μετανάστες και ως ναυτικοί, μακριά από τον ιστορικό χώρο της Μεσογείου. Η δύναμή τους, το εμπόριο, μεταβλήθηκε σε αχίλλειο πτέρνα τους, σε παρασιτισμό, την εποχή της βιομηχανικής ηγε­μονίας και σε αιτία του ξεριζώματός τους την περίοδο των συμπαγών και ομοιογενών εθνικών κρατών. Οι κοινότητες τους, είτε στον ορεινό αγροτικό χώρο, είτε στο πολυεθνικό μωσαϊκό της Μεσογείου, αποσυντέθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την πυρηνική οικο­γένεια και την ηδονοβλεπτική σχέση με τον βασιλιά-τηλεόραση. Και έσχατη εξέλιξη, οι πολιτικές μορφές ή έστω διαστρεβλώσεις του κοινοτισμού, της αλλη­λεγγύης, του εξισωτισμού, τα πολιτικά κόμ­ματα –και ιδιαίτερα εκείνα της αριστεράς–, τα συ­νδικάτα, οι συνεταιρισμοί, οι νεολαιίστικες οργανώσεις, έμειναν, στην καλύτερη περίπτωση, πουκάμισα αδειανά. Oι μνήμες της τελευταίας ανολοκλήρωτης επα­νάστασης, της Αντίστασης, χάνονται μαζί με τους τελευταίους αγωνιστές, ενώ η πιο πρόσφατη αντίσταση στη χούντα εξαργυρώνεται από τους πιο επιτήδειους εκπροσώπους της, ή δήθεν τέτοιους, με υπουργικούς θώκους.

Οι πόλεις και τα χωριά μας που, κάποτε, σε ευτυχέστερες στιγμές, γέννησαν το μέτρο και την αρμονία, έχουν μεταβληθεί σε άθλια εξαμβλώματα, αγχωτικά, γελοιογραφικά χρησιμοθηρικά, αντανακλώντας όλη την ερήμωση και την ασχήμια μας. Εκεί πλέον κυριαρχεί ο βιασμός του μέτρου και η περι­φρόνηση μιας φύσης που κατακρεουργείται βάναυσα σε όλη την ελληνική επικράτεια. Ακόμα και η ριζωμένη στη γη, και κατά τεκμήριο στην παράδοση, αγροτιά έχασε την αγάπη για το δημιούργημά της, τους ίδιους τους καρπούς της γης, και «ενισχύει» τα προϊόντα με λιπάσματα, φυτοφάρμακα και ορμόνες, μολύνοντας θάλασσες και ποτάμια. Ο Σαρωνικός, ο Θερμαϊκός, ο Πατραϊκός, ο Κόλπος της Γέρας, έχουν μεταβληθεί σε χαβούζες όπου καθημερινά άνθρωποι και οχετοί ξερνάνε χιλιάδες τόνους μολυσμένων λυμάτων. Όσο για τον περιβόητο αττικό ουρανό, εκατομμύρια μηχανές, κάθε είδους, εκπνέουν καπνό, μόλυνση, και μολύβι. Μέσα σε τριάντα χρόνια, ο πλέον λιτοδίαιτος λαός της Ευρώπης έγινε ο μεγαλύτερος καταναλωτής θερμίδων και από τους πρώτους καταναλωτές οινοπνεύματος και ναρκωτικών ουσιών.

Η κατανάλωση πολλαπλασιάστηκε και οι υπεραγορές εξαλείφουν τα μικρομπακάλικα. Αλλά παράγουμε όλο και λιγότερο αυτά που καταναλώνουμε. Οι εισαγωγές μας έφθασαν τα 30 δισεκατομμύρια. δολάρια , ενώ οι εξαγωγές δεν ξεπερνούν τα 9 δις. Οι εισροές από τον τουρισμό, τις επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις εισροές κεφαλαίων, τα εμβάσματα των μεταναστών, φθάνουν με τη σειρά τους άλλα 25 δις δολάρια (σε ένα συνολικό εθνικό εισόδημα που δεν ξεπερνάει τα 100 δις δολάρια.). Όσο για την Αθήνα, την χωροταξική έκφραση του παρασιτισμού, εισάγει περίπου 7 φορές πα­ραπάνω από όσα εξάγει!

Αν σε όλη του τη διαδρομή το ελληνικό κράτος υπήρξε αδιάλειπτα ελλειμματικό, σήμερα οδηγείται στον παροξυσμό. Η βιομηχανία και η αγροτική παραγωγή παραμένουν για δεκαπέντε χρόνια στάσιμες ή ακόμα χειρότερα μειώνονται σε απόλυτα μεγέθη, ενώ για την πληρωμή των δανείων καταβάλλουμε ποσά που ξεπερνούν το 20 % του εθνικού εισοδήματος. Και αυτοί που καλούνται να πληρώσουν δεν είναι η παρασιτική άρχουσα τάξη, δεν είναι οι διεφθαρμένες ελίτ της πολιτικής, των ΜΜΕ και της «διανόησης», που εξακολουθούν να απολαμβάνουν τα εισοδήματά τους αφορολόγητα μέσω του χρηματιστηρίου και με τις «αρπαχτές», αλλά οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι, οι «μικρομεσαίοι».

Κατά τον ίδιο τρόπο που στις αρχές της δεκαετίας του 80 η «κοινωνική πολιτική» πραγματοποιήθηκε όχι μέσω της αναδιανομής του εισοδήματος, σε βάρος των παρασιτικών στρωμάτων, αλλά μέσω του εξωτερικού δανεισμού(!), έτσι σήμερα, που έρχεται ο… λογαριασμός των δανείων, δεν καλούνται να τα εξοφλήσουν τα παράσιτα, που ελέγχουν άμεσα την οικονομική και πολιτική εξουσία, αλλά ο λαός των «μη προνο­μιούχων».

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί καν να γίνει λόγος για οποιαδήποτε εθνική πολιτική ή έστω για στοιχειώδη αυτονομία. Η Ελλάδα σύρεται από τους «συμμάχους» της στη μεταβολή της σε προτεκτοράτο: Η Ευρωπαϊκή Ένωση μας προσφέρει «αφειδώς»(;) τα «πακέτα Σαντέρ», από τα οποία σιτίζονται εργολάβοι και πολιτικοί και διαφθείρονται οι «πνευματικοί ταγοί του έθνους» με τα περιβόητα «προγράμματα». Και όμως όλοι «ξεχνούν» να υπενθυμίσουν πως, αν απορρο­φούμε περίπου 4-5 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο από την Ε.Ε, την ίδια στιγμή το εμπορικό μας έλλειμμα με τις χώρες της φτάνει τα 9 με 10 δισεκατομμύρια δολάρια! Ποιος λοιπόν πληρώνει στην πραγμα­τικότητα τους Γερμανούς βιομηχάνους και τους Έλληνες εργολάβους, πο­λιτι­κούς και δια­νοουμένους, με τίμημα τον πολιτιστικό και οικονομικό εξανδραποδισμό μας και τη… συνετή στάση απέναντι στον μεγάλο χω­ρο­φύλακα της περιοχής, τους Τούρκους στρατοκράτες;

Ως προς τον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο, οι εξελίξεις υπήρξαν εξίσου, αν όχι περισσότερο, αρνητικές: κατακυριάρχηση της Δύσης στα Βαλκάνια και στρατηγική υποχώρηση της Ρωσίας σε κλίμακα χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Η δυτική εργαλειοθηρική αντίληψη θριάμβευσε έναντι της «ανατολικής» παραδοσιακής και αυταρχικής κοινωνικότητας. Όσο για την Κίνα, είναι ακόμα πολύ μακριά και οι δυνατότητές της να πρωταγωνιστήσει σε ένα νέο παγκόσμιο παιγνίδι ως ανταγωνιστής του αμερικανικού impe­rium περιορισμένες και βραχυπρόθεσμα αμελητέες. Η αραβική συνιστώσα είναι εξαιρετικά ασθενής, ιδιαίτερα μετά τη συντριβή του Σαντάμ και την καθυπόταξη των αραβικών χωρών από το μακρύ χέρι του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, το Ισραήλ. Κατά συνέπεια, βρισκόμαστε σε συνθήκες πρωτόγνωρης επι­βολής, σε παγκόσμια κλίμακα, της κυριαρχίας της Αμερικής και των δυτικών συμμάχων της. Και η περιοχή μας είναι ένα από τα επίκεντρα της εφαρμογής αυτής της πολιτικής.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης επέτρεψε την απόσπαση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης από τους Δυτικούς, επιτάχυνε τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τη συνεχιζόμενη αποσύνθεση των Βαλκανίων, και τη μεταβολή της ευρύτερης περιοχής σε δυτικό προτεκτοράτο.

Παράλληλα, η κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο με τη νέα «μεγάλη μετανάστευση των λαών» που σημειώθηκε στη χώρα, με την είσοδο εκατοντάδων χιλιάδων ξένων εργατών και μεταναστών σε μία δεκαετία. Η ελληνική κοινωνία γνώρισε τη μεγαλύτερη κοινωνιολογική αλλαγή μετά την εγκατάσταση των προσφύγων το 1922-26. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο ανατολικός ελληνισμός ενσωματώθηκε στην Ελλάδα, ενώ με τη νέα μεγάλη μετανάστευση, βαλκανικοί και ανατολικοευρωπαϊκοί πληθυσμοί, καθώς και οι «ξεχασμένοι» Έλληνες του Πόντου και της Βορείου Ηπείρου, ξαναέρχονται σε επαφή με την Ελλάδα.

Οι κοινωνικές μεταλλάξεις που προκύπτουν από την εγκατάσταση των ξένων εργατών και των μεταναστών στην Ελλάδα ενισχύουν τις κοινωνικές αλλά και τις πολιτισμικές διαφοροποιήσεις. Η εγχώρια εργατική τάξη, ιδιαίτερα στους τομείς της ανειδίκευτης εργασίας, εξαφανίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά, με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει κάτι τέτοιο. Αυτή η χωρίς προηγούμενο «ελαστι­κοποίηση της εργασίας» οδήγησε σε μείω­ση του πληθωρισμού, σε πτώση του εργασιακού κόστους και σε πρόσκαιρη απογείωση του Χρη­ματιστηρίου, πριν να κατακρημνιστεί μεγαλοπρεπώς. Η ένταξη στην ΟΝΕ και οι αδηφάγοι και καταστρεπτικοί Ολυμπιακοί του 2004,έγιναν το νέο μεγάλο όραμα των ελίτ. Μέσα σε δέκα χρόνια, η Ελλάδα άλλαξε περισσότερο από ό,τι σε όλη την πρόσφατη μεταπολεμική ιστορία. Περάσαμε ταυτοχρόνως στον «λαϊκό καπιταλισμό» και στη μεταβολή μας σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Η συνέπεια είναι η γενικευμένη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, και ιδιαίτερα των μεσαίων στρωμάτων, χωρίς να διαφαίνεται, στο άμεσο μέλλον τουλάχιστον, μια προοπτική ιδεολογικής ανάταξης.

Ακόμα και στη μικρή «δεύτερη Ελλάδα»,την Κύπρο, ακολουθείται το ίδιο μοντέλο σε διαστάσεις ακόμα παροξυστικές: Ακραία τουριστικοποίηση της οικονομίας –2,5 εκατομ τουρίστες, για 650.000 πληθυσμό– εισαγωγή μεταναστών, προσκόλληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και «τσιμέντο να γίνουν» τα κατεχόμενα.

Η παρασιτική μας ενσωμάτωση στη Δύση –μια χώρα τουριστική, επιδοτούμενη, εισαγωγέας προϊόντων, ιδεών και ανθρώπων– ολοκλη­ρώ­νε­ται λοιπόν με την ένταξη στην ΟΝΕ, την ίδια στιγμή που η «βαλκανική ενσωμάτωση» πραγμα­τοποι­είται με τον χειρότερο τρόπο, την «εισβολή» των Βαλκανίων, με ανθρώπους, προβλήματα και πολέμους, στον άμεσο ορίζοντά μας. Διαμορφώνονται έτσι δύο κοινωνίες: η μία, ενσωματωμένη, δυτικοστραφής στο μεγαλύτερο ποσοστό της, κοινωνία των ανώτερων, μεσαίων ή οιονεί μεσαίων στρωμάτων, η οποία κερδίζει ατομικά και συλλογικά από τον παρασιτισμό και την εκμετάλλευση των μεταναστών, η δεύτερη, που αποτελείται από τα περιθωριοποιημένα λαϊκά στρώ­­ματα –τα οποία βυθίζονται στη χρό­νια ανεργία από την παραγωγική απο­δυνάμωση και τη μετανάστευση– από τους τσιγγάνους, τους βορειοηπειρώτες και τους νεοπρόσφυγες Ποντίους, τέλος από τους ίδιους τους ξένους μετανάστες. Η σχετικά ομοιογενής ελληνική κοινωνία που είχαμε γνωρίσει στο παρελθόν, όπου οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις δεν συγκροτούσαν δύο απόλυτα διαχωρισμένους κόσμους, αλλά διαβαθμίσεις στο εσωτερικό μιας ενιαίας κλίμακας, είναι πλέον νεκρή.

γ. το «τελος» της πολιτικης

Σε έναν «υπερπολιτικοποιημένο» λαό, η πολιτική προκαλεί πλέον «τα πιο βαθειά χασμουρητά» και τα «τωκ-σόου» πρέπει να διανθίζονται με μερικούς καυγάδες για να διεγείρουν τις κουρασμένες αισθήσεις των απηυδισμένων θεα­τών. Οι Έλληνες δεν πιστεύουν πλέον ότι το παρόν πολιτικό σύστημα μπορεί να προσφέρει μια οποιαδήποτε διέξοδο. Δεν υπάρχουν στο εσωτερικό του δυνάμεις ικανές για μια διαφο­ρετική πορεία, γι’ αυτό και το πραγματικό κέντρο βάρους της εξουσίας έχει μετατοπιστεί έξω από το ελληνικό πολιτικό σύστημα: στις Βρυξέλλες, στην Αμερικανική Πρεσβεία και στο σύμπλεγμα εργολάβων-ιδιοκ­τη­τών ΜΜΕ και τραπεζιτών.

Το 1989 σηματοδότησε την οριστική εξάντληση της μεταπολιτευτικής περιόδου, ως διακεκριμένης περιόδου στην ελληνική ιστορία. Μιας περιόδου κατά την οποία οι εσωτερικές κοινωνικές δυνάμεις και το πολιτικό σύστημα διέθεταν μια πρωτοφανή αυτονομία (σχετική πάντα) απέναντι στο διεθνές σύστημα, ενώ τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα βρέθηκαν σε συνθήκες θετικής γι’ αυτά αναδιανομής του πλούτου και της εξουσίας.

Η διεθνής συγκυρία ήταν απολύτως ευνοϊκή: οι ΗΠΑ λύγιζαν κάτω από το βάρος του πολέμου του Βιετνάμ, ο απόηχος των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60 ωθούσε προς τη διεύρυνση του κράτους πρόνοιας, ενώ ο Τρίτος Κόσμος σήκωνε κεφάλι με­τά τον αραβο-ισρα­ηλινό πόλεμο του 1973 και το Βιετνάμ.

Τέλος, στο εσωτερικό, μετά την ήττα στην Κύπρο, η παραδοσιακή δεξιά και το εμφυλιοπολεμικό καθεστώς κατέρρεαν. Άρχιζε η μεγάλη μεταρρύθμιση: νομιμοποίηση του ΚΚΕ, κατάργηση του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων, επέκταση των κοινωνικών ασφαλίσεων, γενίκευση του συνδικαλισμού, εισαγωγή της δημοτικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, κατάργηση της βασιλείας, περιορισμός των μεγάλων οικονομικών συγκροτημάτων – χαρακτηριστική ήταν η σύγκρουση Καραμανλή-Ανδρεάδη και η κρατικοποίηση του μεγαλύτερου ιδιωτικού μονοπωλίου της ελληνικής οικονομίας το 1974, του συγκροτήματος της Εμπορικής Τράπεζας.

Το ΠΑΣΟΚ ανεδύθη ως ο μεγάλος αναμορφωτής της ελληνικής πολιτικής ζωής και η Αριστερά, στη μία ή την άλλη εκδοχή της, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μέσα από τα βουλευτικά έδρανα, τους πανεπιστημιακούς θώκους ή με τις δημοσιογραφικές καλάμους, φτάνει στην εξουσία. Η Ελλάδα υψώνει την ετερόδοξη φωνή της απέναντι στη Δύση σε πάμπολλες ευκαιρίες και ο Καραμανλής επιχειρεί –πρόσκαιρα– την έξοδο από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Η πολιτική αποτελούσε τη βασιλική οδό προς την εξουσία και η αυτονομία της ίσως δεν είχε προηγούμενο, τουλάχιστον το τελευταίο ήμισυ του 20ού αιώνα. Ο δρόμος της κοινωνικής ανόδου δεν περνούσε πλέον από την επιχει­ρηματική δραστηριότητα αλλά από την πολιτική. Οι γόνοι τόσο της άρχουσας τάξης, όσο και των λαϊκών στρωμάτων συνωστίζονταν στις πολιτικές νεολαίες, ουσιαστικό προθάλαμο μιας ανέλιξης στους μαιάνδρους της εξουσίας. Σε μια εποχή διόγκωσης του δημόσιου τομέα, κρατι­κοποι­ήσεων και συρρίκνωσης του ιδιω­τικού, ακόμα και οι «μάνατζερ» έπρεπε να σιτιστούν στους πολιτικούς προθαλάμους. Για να εισέλθει κανείς στο διδακτικό προσωπικό του Πανε­πιστημίου, δεν αρκούσε να είναι «διανο­ούμε­νος», έπρεπε (κυρίως) να είναι και μέλος ή πελάτης κάποιου κόμματος. Οι συγκρούσεις των πολιτικών αρχηγών στη Βουλή ήταν το θέαμα με την υψηλότερη ακροαματικότητα στην τηλεόραση, ενώ τραγουδιστές και λοιποί «λαϊκοί καλλιτέχνες» συνωθούνταν στα κομματικά φεστιβάλ για να κατασκευάσουν το «κοινό» τους. Οι δημοσιογράφοι, συνήθως άθλιου μορφωτικού επιπέδου, και μόλις «απελευθερωμένοι» από την ΕΡΤ και τις πολυποίκιλες κρατικές υπηρεσίες, «στρατοπεδεύουν» στα κομματικά γραφεία.

Αυτός ο ηγεμονικός ρόλος της πολιτικής αντικατόπτριζε δύο θεμελιώδη γεγονότα: Πρώτον, τον πραγματικό ανταγωνισμό των πολιτικών κομμάτων ως προς τα κοινωνικά συμφέροντα τα οποία εκπροσωπούσαν, και δεύτερο –ίσως ουσιαστικότερο– τις μεγάλες ευκαιρίες απασχόλησης που προσέφεραν τα πολιτικά κόμματα ως δια­χει­ριστές ενός διευρυνόμενου κράτους. Αρκεί να αναλογιστούμε πως, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, η απασχόληση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα υπερδιπλασιάζεται. Ιδιαίτερα, όταν αρχίζει η οικονομική στασιμότητα και η συρρίκνωση της ιδιωτικής παραγωγής, στη δεκαετία του 1980, ο μόνος εύρωστος εργοδότης παραμένει το κράτος. Τα πολιτικά κόμματα διαδραματίζουν ηγεμονικό ρόλο στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και όλα τα κοινωνικά κινήματα –εργατικό, νεολαιίστικο, γυναικείο, οικολογικό, πο­λιτιστικό– που προσπα­θούν να αποκτήσουν μια κάποια αυτο­νομία από την πολιτική και τα κόμματα αποτυγχάνουν.

Όμως στα τέλη της δεκαετίας του ’80 τα πράγματα αλλάζουν. Η σχετική αυτονομία του ελληνικού πολιτικού και κοινωνικού σχηματισμού εξανεμίζεται. Ο δανεισμός, η αποβιομηχάνιση, η μεταφορά του οικονομικού κέντρου βάρους από την Αθήνα στις Βρυξέλλες, η παράλληλη κατάρρευση του κράτους πρόνοιας σε παγκόσμιο επίπεδο με την άνοδο του φιλελευθερισμού, τέλος η θανάσιμη αγωνία του ανατολικού σοσιαλισμού, μεταβάλλουν ριζικά τη συγκυρία. Η εξάρτηση αντικαθιστά την αυτονομία. Πλέον δεν είναι η ώρα του «βυθίσατε το Χόρα», αλλά του Νταβός. Η αέναη διόγκωση του κράτους δεν είναι πλέον εφικτή και η οικονομική διαχείριση μεταβιβάζεται σταδιακώς στις Βρυξέλλες.

Εκ παραλλήλου, τα δεκαπέντε πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης έχουν ομογενοποιήσει το πολιτικό προσωπικό και τις ελίτ. Μερικές χιλιάδες άνθρωποι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, διαχειριστές, διανοούμενοι, νέμονται εξίσου, ή σχεδόν εξίσου, την εξουσία, άσχετα με το κόμμα ή την «παράταξη» στην οποία ανήκουν. Οι διαφοροποιήσεις των πολιτικών κομμάτων στις αρχές της μεταπολίτευσης, οι οποίες αντα­νακ­λώνταν έως ένα βαθμό και στην ίδια την ταξική στελέχωση και συγκρότησή τους, έχουν εκπέσει στο εξής σε απλές φραστικές κατασκευές ενώ έχει πυκνώσει το πέπλο της αδιαφάνειας ανάμεσα στις ελίτ και τις λοιπές κοινωνικές τάξεις. Άρα το πολιτικό σύστημα τείνει να γίνεται όλο και πιο αδιαπέραστο στις πιέσεις της «βάσης» και να αναπαράγει μια ενιαία πολιτική με ελάχιστες διαφοροποιήσεις.

Η δίκη των Παπανδρέου-Κουτσόγιωργα –του «χαρισματικού» πρωθυπουργού και του παντοδύναμου αντιπροέδρου– στο «Ειδικό Δικαστήριο» για διαφθορά, στις αρχές της δεκα­ετίας του ’90, σηματοδότησε την αλλαγή φρουράς στην πυραμίδα των μηχανισμών εξουσίας: οι πολιτικοί χάνουν την πρωτοκα­θεδρία ή τουλάχιστον υποχρεώνονται να παραχωρήσουν ουσιώδεις πλευρές της σε εργολάβους-ιδιοκτήτες των ΜΜΕ και τους υπαλλήλους τους δημοσιογράφους… Το ’89 δεν σηματοδοτείται μόνο από το σκάνδαλο Κοσκωτά αλλά από την παράλληλη ανάδειξη των ιδιωτικών ραδιοσταθμών και τηλεοράσεων σε νέο ισχυρό πόλο εξουσίας. Η πολιτική είναι πια ένα «πουκάμισο αδειανό».

Η συνέχεια θα είναι αποκαλυπτική. Ο πρωθυπουργός της Δεξιάς, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, που θα πιστέψει ότι διαθέτει περιθώρια αυτονομίας, εσωτερικής και εξωτερικής, μεγαλύτερα από εκείνα που είναι πλέον επιτρεπτά στους πολιτικούς, θα εκδιωχθεί το 1993 από μια συμμαχία, ή έστω μια «σύμ­πτωση συμφερόντων», μεταξύ των «βαρώνων» του ελλη­νικού Τύπου και των δυνάμεων της «προστασίας». Στην ίδια την Αριστερά, ιδιαίτερα την εποχή της ενιαίας κομματικής της έκφρασης, τον «Συνασπισμό», θα προωθηθούν από το εκδοτικό κατεστημένο άτο­μα της αρεσκείας του. Τι πιο χαρακτηριστικό για τη νέα εποχή από τη ρήση ενός πρω­θυπουργού της Δεξιάς, του Κ. Μητσοτάκη, «Με έριξαν τα οργανωμένα συμφέροντα»!

Γι’ αυτό και οι αμέσως επόμενες κυβερνήσεις, τόσο του Α. Παπανδρέου (1993-1996) όσο και, κυρίως, του Κωνσταντίνου Σημίτη (1996-2002), θα είναι η πλέον πειθήνιες της μεταπολιτευτικής περιόδου. Πειθήνιες στις βουλές των Αμερικανών, των Βρυξελλών, και προπαντός στα πολυποίκιλα ιδιωτικά συμφέροντα που συμφύρονται και διαπλέκονται με τα ΜΜΕ.

Οι κατασκευαστές, προμηθευτές του Δημοσίου και ταυτοχρόνως ιδιοκτήτες των ΜΜΕ νέμονται ένα μέρος από την πίττα και μόνον οι ελάχιστοι «ριγμένοι» διαμαρτύρονται και φωνασκούν, ενώ ο Αμερικανός πρεσβευτής κατα­λαμβάνει σχεδόν de jure τη θέση του πραίτορα. Η ίδια η καλλιτεχνική δραστηριότητα και ο πολιτισμός, έσχατο καταφύγιο αυτονομίας, παραχωρούνται εν σώματι στα μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα που εγκαθιστούν απ’ ευθείας τους υπουργούς τους στην κυβέρνηση.

Έτσι φτάσαμε στην εξάντληση της μεταπολίτευσης που παραμένει ένα άταφο, τυμπανιαίο, πτώ­μα.

Δ. η «αποστασια» των διανοουμενων

Ίσως σημαντικότερη από την έκπτωση της πολιτικής είναι η γενικευμένη «αποστασία» και απαξίωση των διανοουμένων. Πρόκειται για ένα φαινόμενο παγκοσμίων διαστάσεων, ή τουλά­χιστον καθολικό στον Δυτικό Κόσμο. Οι διανοούμενοι, άλλοτε «συνείδηση», τουλάχιστον εν μέρει, των λαών τους (Ζολά ή Ντοστογιέφσκι, Τόμας Μαν ή Ζαν Πωλ Σαρτρ, Γκράμσι ή Καμύ), πρωτοπόροι στα νέα πολιτιστικά και πολιτικά ρεύματα, αντίπαλοι, ή τουλάχιστον επικριτικοί, προς την εξουσία –αρχίζοντας από την παράδοση του Βολταίρου και δημιουργώντας το πρότυπο του επαναστάτη διανοούμενου με τον Ροβεσπιέρο ή τον Σαιν Ζυστ– σήμερα έχουν σιγήσει. Αντίθετα, έχουν μεταβληθεί σε θεράποντες της εξουσίας, σε αστέρες των τηλεοπτικών μέσων και σε φορείς της κυβερνητικής πολιτικής των χωρών τους. Ο Φίσερ και ο Κον Μπεντίτ στη Γερμανία και τη Γαλ­λία κηρύσσουν τον ρεαλισμό και πρωτοστατούν στη δαιμονοποίηση και την επίθεση ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, ο Γιούργκεν Χάμπερμας ολοκληρώνει τη στροφή του κριτικού πνεύματος της Σχολής της Φραγκφούρτης προς τον «ρεαλισμό», ενώ οι πρώην μαοϊκοί στη Γαλλία λανσάρουν μια από τις πιο αντιδραστικές εκδοχές του «ανθρωπισμού» και του «αντι-ολοκλη­ρω­τισμού», με τους «νέους φιλοσόφους», μεταβαλλόμενοι στην ουσία σε πρωτοπόρους του νεοφιλελευθερισμού, όπως έγινε και με τον συγγραφέα του «Τρίτου Κύματος», τον Άλβιν Τόφλερ, στις ΗΠΑ,

Αυτή η εξέλιξη εντάσσεται προφανώς στην ολοκλήρωση της εμπορευματικής αλλοτρίωσης στις χώρες της Δύσης. Το χρήμα γίνεται ο αποκλειστικός ορίζοντας ενός πολιτισμού σε παρακμή που έχει χάσει τη δυνατότητα αυτοκριτικής και ανανέωσης. Ελάχιστοι διανοούμενοι έχουν μείνει για να θυμίζουν τον παλιό τους ρόλο, όπως ο Νόαμ Τσόμσκυ.

***

Για τον ελληνισμό τα πράγματα ήταν σχεδόν πάντοτε προβληματικά. Οι επαναστάτες διανοούμενοι της Φιλικής εταιρείας θα παραμεριστούν από τους Φαναριώτες, ενώ οι φυσικοί φορείς της επανάστασης, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, θα έχουν ανάγκη από «γραμ­ματικούς» για να μπορούν να επικοινω­νήσουν. Αγωνιστές και «διανοούμενοι» θα αποτελέσουν δύο διαφορετικά, και ορισμένες φορές διαχωρισμένα, υποκείμενα. Οι συνέπειες υπήρξαν ανυπολόγιστες: Η επανάσταση του ’21 θα σωθεί στο τέλος ως εκ θαύματος. Το ίδιο θα συμβεί στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αγωνιστές σαν τον Άρη Βελουχιώτη θα εκφράσουν το λαϊκό επαναστατικό αίσθημα, ενώ οι «πολιτικοί καθοδηγητές» του ΚΚΕ θα κρατήσουν την πολιτική ηγεμονία και θα οδηγήσουν με τραγικό τρόπο το αντιστασιακό κίνημα στον αυτοχειριασμό. Στην περίπτωση του αγώνα για την αυτοδιάθεση της Κύπρου, το 1954-59, αυτή η «αποστασία» θα πάρει τραγικές διαστάσεις και το μεγαλύτερο κόμμα της νήσου, το ΑΚΕΛ, θα εγκαταλείψει τον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα. Οι διαστάσεις του φαινομένου δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο: Η φιγούρα του κριτικού –πόσο μάλλον του επαναστάτη– διανοούμενου, σπανίζει στην Ελλάδα.

Αυτή η διχοτόμηση ανάμεσα στον λαό και τη διανόηση μπορεί να αναχθεί στην… ελληνιστική εποχή, με την εμφάνιση του γλωσσικού διμορφισμού ανάμεσα στην αττικίζουσα των λογίων και την κοινή ελληνική. Θα γίνει δε εντονότερη μετά την Άλωση της Κωσταντινούπολης. Οι κοσμικοί ή οι «εκ­συγχρονιστές» διανοούμενοι θα φύγουν προς τη Δύ­ση, ενώ οι κληρικοί «διανοούμενοι» θα μείνουν στην Ανατολή, διατηρώντας μια αμφίσημη –σωστική της παράδοσης και ταυτόχρονα «σκοταδιστική»– ηγεμονία πάνω στον ελληνικό λαό. Και το ίδιο σενάριο θα επανα­λαμβάνεται για πολλά χρόνια πριν και μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους: οι «φωταδιστές», μαζί με την επανάσταση, τον διαφωτισμό και την εισαγωγή των νέων επιστη­μών, θα εισαγάγουν και τη λατρεία προς τη Δύση –αυτό το διαρκές και άπιαστο όνειρο που ενοφθάλμισαν στους νεοέλληνες, «να γίνουμε Δύση»– και από την άλλη οι «σκοταδιστές» της Ανατολικής παράδοσης, κυρίως κληρικοί, που κηρύττουν την επιμονή στην ανατολική παράδοση, – μερικές φορές ακόμα και την αποδοχή της υποταγής στην τουρκική ηγεμονία, όπως θα κάνει ο Αθανάσιος Πάριος, στην αντιπαράθεσή του με τον δυτικόφερτο διαφωτισμό. Οι προσπάθειες του Ρήγα Φεραίου, της Φιλικής Εταιρείας, του Σκουφά, που θα επιχειρήσουν να συνδυάσουν τις δύο παραδόσεις και θα ορα­ματιστούν μια ομοσπονδια­κή Βαλκανική, θα απο­τελέσουν την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Χαρακτηριστική του ιστορικού αδιεξόδου ήταν η πνευματική εξέλιξη του πρώτου «νεοέλληνα» διανοουμένου, του Πλήθωνα-Γεμιστού ο οποίος, για να ξεφύγει από το ασφυκτικό δίλημμα Παπισμού και τουρκολατρείας, θα οραματιστεί μια καινούργια θρησκεία, με στοιχεία… αρχαιοελληνικά και ζωροαστρικά, για να επιβεβαιώσει τη νεοελληνική ταυτότητα. Την ίδια στιγμή, δηλαδή, που στη Δύση η ανάδυση των εθνικών ταυτοτήτων, έναντι της τυραννίας της καθολικής εκκλησίας, θα ενδύεται το όχημα της μεταρρύθμισης, ένας Έλληνας διανοούμενος θα «ταξιδεύει» σε μια τραγική ουτοπία.

Η «ανατολική» παράδοση θα δώσει, παράλληλα με τους «τουρκολάτρες» και τους σκοταδιστές, τον Κοσμά τον Αιτωλό, τον Παπαδιαμάντη και τον Θεόφιλο, τον Κολο­κοτρώνη, το δημοτικό τραγούδι και τον Μακρυ­γιάννη ή τον Βελουχιώτη. Η παράδοση του διαφω­τισμού θα δώσει τον Κοραή, τον Κάλβο και τον Σολωμό, τον Σκληρό και τον Κορδάτο, τον Βενιζέλο και τον Ψυχάρη, για να εκφυλιστεί σήμερα στους αναπαραγωγικούς ακαδημαϊκούς διανοούμενους. Η «γενιά του ’30» θα επιχειρήσει, στο πεδίο της δημιουργίας, να υπερβεί τη διχοτόμηση «φωταδισμού-σκοταδισμού». Τέλος μορφές επαναστατών διανοουμένων, όπως εκείνες του Ρήγα Φεραίου, του Νικόλαου Σκουφά, ή του Σταύρου Καλλέργη, του Ανδρέα Ρηγόπουλου, του Γρηγόρη Πανά, ή του Νίκου Γιαννιού, που θα προσπαθήσουν, τουλάχιστον με την πρακτική τους δραστη­ριότητα, να άρουν αυτή την αντίφαση, θα παραμείνουν περιθωριακές και θα πνιγούν μέσα σε αυτή τη γενικευμένη αντίθεση ανάμεσα σε δυτικόφρονες «φω­ταδιστές» και ανατολικούς «σκο­ταδιστές».

Αυτή η έλλειψη ολοκλήρωσης, αυτός ο διχασμός λαού-διανόησης, σήμερα θα φτάσει σε παροξυσμό:

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο οι αριστεροί διανοούμενοι, καταδιωκόμενοι, ριγμένοι στις εξορίες και τις φυλακές, θα τροφοδοτούν μέχρι τη μεταπολίτευση ένα ορισμένο κριτικό πνεύμα απέναντι στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, ή τουλάχιστον θα παραμένουν εκτός εξουσίας. Μετά τη μεταπολίτευση όμως, μέσα σε λίγα χρόνια, θα μεταλλαγούν σε ομοτράπεζους της κατεστημένης ελίτ, θα αλώσουν τα Πανεπιστήμια και τα κάθε είδους «ιδρύματα» των Τραπεζών, θα δικτυωθούν με αναρίθμητα ευρωπαϊκά προγράμματα και θα καταλάβουν ηγεμονικές θέ­σεις στους θεσμούς. Εξάλλου, ακόμα και όσοι θα ήθελαν να ακολουθήσουν μια διαφορετική λογική υποχρεώνονται είτε να περιθωριο­ποιηθούν είτε να κάνουν μια σειρά από συμβιβασμούς. Διότι πλέον η οποιαδήποτε χρηματοδότηση της έρευνας έχει εκχωρηθεί από το ελληνικό κράτος στην Ε.Ε. και τους ιδιώτες σπόνσορες, μεταβάλλοντας τους πάντες σε επαίτες προγραμμάτων.

Ιδιαίτερα, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ο νέος πολικός αστέρας της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής διανόησης θα γίνει η «Ευρώπη». Θα μεταβληθούν στους κατ’ εξοχήν θιασώτες του εμπορευματικού-παρασι­τικού εκσυγχρονισμού, του «αντιεθνικισμού», σε κόλακες της εξουσίας και των ποικίλων συγκροτημάτων. Από εκφραστές του δυτικού διαφωτισμού, έστω, σε προπαγανδιστές του πλέον ξέφρενου αγοραίου και «φιλελεύθερου» μιμητισμού.

Υπάρχουν και διαφορετικές φωνές, αρκετές, σημαντικές αλλά διάσπαρτες. Τις περισσότερες θα τις συναντήσει κανείς σε τομείς της τέχνης της λογοτεχνίας ή της μουσικής και πιο πρόσφατα της ιστορικής έρευνας, όπου εκφράζεται περισσότερο η «ψυχή» ενός λαού. Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε ίσως τις πλέον ελπιδοφόρες εξελίξεις.

***

Αυτή είναι η πραγματική μας κατάσταση. Οι Έλληνες βρίσκονται στο σημαντικότερο σταυροδρόμι της ιστορίας τους. Ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη ιστορία τους δεν ήταν τόσο κοντά στην πολιτιστική εξαφάνιση.

Ακόμα και στις εποχές που δεν είχαν κρατική υπόσταση, διέθεταν τη δύναμη της γλώσσας, του πολιτισμού, της θρησκείας, του πληθυσμού, που τους καθιστούσε σημαντικό παράγοντα σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Σήμερα, ο κίνδυνος της σύνθλιψής μας ανάμεσα στην παρασι­τοποίηση έναντι της Δύσης και την υπο­τα­γή στην Ανατολή, την Τουρκία, είναι πολύ πιο άμεσος.

Παρασιτοποίηση και υποταγή σημαίνουν ταυτοχρόνως και έλλειψη ή υπανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων, συρρίκνωση της πολιτιστικής παραγωγής, φτώχεμα της ζωής και των αισθημάτων μας, βύθισμα στην υλική και πνευματική μιζέρια. Εδώ εντοπίζεται το βαθύτατο λογικό και θεωρητικό σφάλμα των λεγόμενων «εκσυγχρονιστών». Λαός χωρίς διακριτή υπόσταση και αυτονομία, λαός ισοπεδωμένος στην κοσμοπολίτικη σούπα που εκπέμπει το Χόλυγουντ, δεν μπορεί να αναπτύξει τίποτε, ούτε κοινωνικά κινήματα, ούτε οικολογικό κίνημα, ούτε πολιτισμό. Όλα τα κοινωνικά κινήματα αναδεικνύονται πάντα συναρθρωμένα με την ιδιαιτερότητα και τη λαϊκή κουλτούρα μιας χώρας, μιας περιοχής, μιας ηπείρου.

Και προφανώς δεν αρκεί να επαναπαυόμαστε στη σκέψη πως «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι για την απραξία μας. Ούτε σε εκείνη, παραπλήσια, που θεωρεί τους Έλληνες «περιούσιο λαό», προορισμένο από την «ιστορία» να επιβιώσει˙ μια εξωπραγματική παραμυθία που μόνο να μας αποκοιμίσει μπορεί, ή να εκθρέψει κάποιες ρατσιστικές ονειροφαντασίες. Η Ελλάδα, ως πολιτισμός, ως υπόσταση, ως κινήματα, πράγματι απειλείται με παραπέρα συρρίκνωση. Τίποτε στην ιστορία δεν είναι αιώνιο ή αναλλοίωτο. Οι Έλληνες δεν έχουν κερδίσει την ιστορική αθανασία. Η αντίσταση, η αληθινή επανάσταση που χρειάζεται η χώρα μας, δεν μπορεί να στηριχτεί σε ψεύτικες υπεραι­σιοδοξίες και παραμυθίες. Τα πράγματα είναι άσχημα, γι’ αυτό και πρέπει να αλλάξουν ριζικά.

Ε. η εξαντληση τησ δυσησ

Όμως –και αυτή είναι ίσως σήμερα μια βασική αιτία της νάρκωσης που έχει καταλάβει τους Έλληνες– αν μια μάχη θεωρείται προκαταβολικά χαμένη, τότε δεν δίνεται. Δεν μπορεί να υπάρξει αντίσταση αν το τοπίο είναι τόσο ζοφερό ώστε να παραλύει κάθε αντίδραση.

Παρά τον σκοτεινό πίνακα που σκιαγραφήσαμε, δεν θεωρούμε πως δεν υπάρχει καμία δυνατότητα αντίστασης, ή ότι τουλάχιστον δεν αξίζει τον κόπο να δώσουμε μια ακόμα μάχη˙ και αυτή την πίστη δεν την αντλούμε μόνο από τη δύναμη της απελπισίας αλλά από αυθεντικά δεδομένα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Ήδη, παρά την κατάρρευση του Ανατολικού στρατοπέδου, παρά τη νίκη των Αμερικανών και των δυτικών συμμάχων τους στον πόλεμο του πετρελαίου και της Γιουγκοσλαβίας, παρά την ανάδυση των πολυεθνικών εταιρειών στη θέση που κάποτε κατείχαν τα κράτη και οι ιδεολογίες, οι εξελίξεις δεν είναι μονοδιάστατες:

Α. Kατ’ αρχάς στον τομέα της οικονομίας. Τα τελευταία χρόνια, το κέντρο της παγκόσμιας συσσώρευσης μετατοπίζεται προς την Ανατολή και κατ’ εξοχήν προς την Κίνα. Ο αμερικανικός καπιταλισμός διατηρεί την «αναπτυξιακή» του δυναμική μέσω της τριτοκοσμοποίησης ενός μέρους του αμερικανικού πληθυσμού, παράλληλα με την ανάπτυξη της τεχνολογίας των πληροφοριών και των υπηρεσιών. Στις ΗΠΑ, η ανεργία αντιμετωπίζεται με τη μείωση των μισθών, την επέκταση της γυναικείας ανασφάλιστης εργασίας στον τριτογενή τομέα, το part time, την ανάπτυξη της εγκληματικής οικονομίας στα γκέτο των μεγαλουπόλεων, και βεβαίως με την αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων. Οι διαφορές εισοδήματος ανάμεσα στο πλουσιότερο 10% και το φτωχότερο 10% ξεπερνούν το 10 προς 1, ενώ πριν 30 χρόνια ήταν 7 προς 1. Δηλαδή, η κοινωνία διασπάται, σε πλήρη αντίθεση με την παλαιότερη εξέλιξη του αμερικανικού καπιταλισμού που στήριζε την ισχύ του στην εξαιρετική κοινωνική του συνοχή. Την ίδια στιγμή, στην Ιαπωνία, η αντίστοιχη σχέση είναι 5 προς 1!

Και οι συνέπειες είναι οφθαλμοφανείς: η αμερικανική κοινωνία διχοτομείται, το κόστος της διατήρησης της τάξης γίνεται υπέρογκο, οι κοινωνικές δαπάνες για την αντιμετώπιση της διάλυσης της οικογένειας και για την ασφάλεια των ευπόρων ξεπερνούν κάθε προηγούμενο. Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ ξεπερνάει τα 450 δις δολάρια τον χρόνο (μόνο το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα φθάνει, το 2000, τα 90 δις δολάρια.) Οι ΗΠΑ συντηρούν την ηγεμονική οικονομική τους θέση μόνο μέσω της παγ­κόσμιας στρατιωτικής και πολιτικής-πο­λιτισμικής ηγε­μονίας.

Και όμως, η πρώτη μεγάλη κρίση της παγκοσμιοποίησης είναι ήδη πραγματικότητα και εγκαινιάστηκε με τη χρηματιστηριακή κρίση στην Ν.Α. Ασία, το 1997-98. Η καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ παγκοσμιοποίηση έχει φθάσει σε οριακό σημείο και θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες αυξάνουν και πάλι την τιμή του πετρελαίου, οι ασιατικές χώρες ενισχύουν την περιφερειακή ενσωμάτωση των οικονομιών (πάνω από το 50% των ανταλλαγών τους γίνεται ενδο-ασιατικό έναντι 30 ή 35% πριν δέκα χρόνια), και τα δυτικά χρηματιστήρια καταρρέουν στα μέσα του 2001.

Β. Η ανάδυση ενός νέου κινήματος. Το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, μετά το Σιάτλ και τη Γένοβα, μεταβάλλεται σε αποφασιστικό πολιτικό παράγοντα σε παγκόσμια κλίμακα. Ο Κλίντον υπέστη μια αποφασιστική ήττα μέσα στην ίδια την Αμερική, στο Σιάτλ όπου η διάσκεψη της Παγκόσμιας Οργάνωσης Εμπορίου (ΠΟΕ) διελύθη κυριολεκτικά κάτω από τις συντονισμένες επιθέσεις των διαδηλωτών αλλά και των… περισσότερων χωρών που συμμετείχαν στη διάσκεψη. Ο Εconomist, το περιοδικό με την μεγαλύτερη επιρροή στους κυβερνητικούς κύκλους της Δύσης, χαρακτήρισε στο κύριο άρθρο του την αποτυχία της διάσκεψης του Σιάτλ ως μια «Καθολική Καταστροφή» και στον υπότιτλο σημείωνε: «Η κατάρρευση στο Σιάτλ αποτέλεσε μια ήττα για την ελευθερία του εμπορίου και μια επιτυχία για τους επικριτές της παγκοσμιοποίησης». Και ακολούθησε η Μπανγκόκ, η Πράγα, το Σίδνεϋ, η Νίκαια, η Βαρκελώνη, η Οττάβα, η… Γένοβα, η οποία επισφράγισε την αδυναμία των Κυριάρχων του πλανήτη να μπορούν να συνεδριάζουν α­νε­νόχλη­τα και να καθορίζουν τις τύχες του.

Τα έθνη και οι λαοί δεν μπορούν να ανεχθούν μια παγκόσμια τάξη που διευρύνει τις ανισότητες, συσσωρεύει τη φτώχια σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο, μεταβάλλει τους εργαζόμενους σε μεταναστευτικά κοπάδια, εξαφανίζει κάθε έννοια εθνικής ανεξαρτησίας και εντοπιότητας, καταστρέφει ανεπανόρθωτα το πλανητικό οικοσύστημα και τέλος μας απειλεί με την κλωνοποίηση, τα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα, τις τερατογενέσεις. Η χιλιετία δεν έκλεισε με τον θρίαμβο της παγκοσμιοποίησης αλλά με την πρώτη μεγάλη συμβολική και πολιτική ήττα της στο Σιάτλ˙ και η νέα χιλιετία ξεκινάει με τη Γένοβα.

Πρόκειται για ένα κίνημα που επιτέλους αντιστρατεύεται την ανεξέλεγκτη διεθνοποίηση των αγορών η οποία οδηγεί σε οικολογική καταστροφή, όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και περιορισμό της ελευθερίας κινή­σεων λαών, εθνών και περιφερειών. Γι’ αυτό και στρέφεται κατά του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), του Δ.Ν.Τ. και της Παγκόσμιας Τράπεζας, –που καταργούν τους δασμούς και αφήνουν ασύδοτες τις πολυεθνικές– θέλοντας να επιβάλει περιορισμούς στην αχαλίνωτη δράση του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η θέσπιση του λεγόμενου «φόρου Τόμπιν», που αποτελεί ένα από τα βασικά αιτήματα του κινήματος, στοχεύει στη φορολόγηση των κεφαλαίων που κινούνται από χρηματιστήριο σε χρηματιστήριο, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Μια τέτοια φορολογία των κερδών των διεθνών χρηματιστικών κεφαλαίων θα περιόριζε την ανεξέλεγκτη κίνηση των κεφαλαίων που έχουν διαλύσει κάθε έννοια αυτόνομης οικονομικής ανάπτυξης χωρών και περιφερειών.

Το κίνημα υποστηρίζει το δικαίωμα των λαών, εθνών και εθνοτήτων στην αυτοδιάθεση και στρέφεται εναντίον πολιτικών και οικονομικών «ολοκληρώσεων» που τους συνθλίβουν. Σύμβολο του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης είναι το κίνημα των Ζαπατίστας, των Ινδιάνων Τσιάπας του Μεξικού. Οι Ζαπατίστας αγωνίζονται για την αυτόνομη ανάπτυξη της περιοχής τους και ταυτόχρονα εναντιώνονται στην ΒΑΕΕΕ (ΝΑFTA), την Βορειοαμερικανική Ένωση Ελευθέρου Εμπορίου, που υποτάσσει το Μεξικό στην αμερικανική οικονομία. Εκ παραλλήλου στρέφεται κατά της πολιτικής της παγκοσμιοποίησης που, με το πρόσχημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οδηγεί στην κατάργηση των δικαιωμάτων των εθνών, όπως έγινε με τον Πόλεμο του Κόλπου και τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας.

Προωθεί μια ανάπτυξη στηριγμένη σε τοπικούς πόρους, που αναπτύσσει την παγκόσμια συνεργασία στο επίπεδο των επικοινωνιών και μειώνει τον όγκο του εμπορίου, των μεταφορών, της σπατάλης των φυσικών πόρων, είναι πιο αποδοτικό οικονομικά από το παγκοσμιο­ποιημένο μοντέλο, το οποίο επιφέρει τεράστιο κόστος, λόγω της καταστροφής του περι­βάλλοντος, των οικοσυστημάτων και των λαών. Τα φαινόμενα της υπερθέρμανσης, των τρελών αγελάδων κλπ., με το τεράστιο οικονομικό κόστος τους, επιβεβαιώνουν το αδιέξοδο του σημερινού βιομηχανικού και αγροτικού μον­τέλου.

Όπως το επισημαίνει και ο ίδιος ο μεγαλοχρηματιστής Σόρος, η ασυδοσία των πολυεθνικών μπορεί να αποβεί καταστροφική για τον δυτικό καπιταλισμό, διότι αφαιρεί κάθε κοινωνική και ιδεολογική νομιμοποίηση από το σύστημα. Τα πάντα γίνονται εμπόριο χωρίς καμία μεσολάβηση. Όμως έτσι το κοινωνικό κόστος της αναπαραγωγής του συστήματος γίνεται δυσβάστακτο αν όχι αβάστακτο. Το ίδιο συμβαίνει –και μάλιστα σε παγκόσμια και πλανητική κλίμακα– με τα οικολογικά προβλήματα που διογκώνονται. Ενώ διακηρύσσεται η απόλυτη ελευθερία του επιχειρείν, πληθαίνουν οι οικολογικές «απαγορεύσεις» και είναι βέβαιο πως θα πολλαπλασιαστούν τα επόμενα χρόνια προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η καταστροφή του όζοντος, η μόλυνση των θαλασσών, η διατροφική καταστροφή των τρελών αγελάδων, των διοξινών, των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων κλπ.

Γ. Κρίση της ιδεολογικής ηγεμονίας του παγκοσμιοποιητικού προτύπου. Η ώρα του «θριάμβου» του νεοφιλελεύθερου μοντέλου υπήρξε και η στιγμή που αποκαλύφθηκε το απόλυτο κενό του, η αδυναμία του να νοηματοδοτήσει την ανθρώπινη ζωή και υπόσταση. Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο έντονη η κριτική της «ανάπτυξης» και η αμφισβήτησή της. Γιατί αν ο «επίσημος» μαρξισμός υπερθεμάτιζε προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης, σήμερα, όλο και ευρύτερα στρώματα, αναγνωρίζουν τη σημασία της κριτικής της ανάπτυξης και του εργαλειακού ορθολογισμού. Γίνεται συνείδηση πως η αλλαγή του κυρίαρχου υποδείγματος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πεδίο της αδιάκοπης α­νάπτυξης των αναγκών, την οποία καλύπτει η διαρκής επέκταση των εμπορευμάτων, αλλά με τη μετάβαση σε ένα διαφορετικό σύστημα αναγκών. Δεν πρέπει λοιπόν να χάνουμε από τα μάτια μας το κυριότερο φαινόμενο του τέλους του 20ού αιώνα και των αρχών του 21ου, την παρακμή των ιδεολογικών προϋποθέσεων της ηγεμονίας της Δύσης, την οποία προανήγγελλε ο Σπέγκλερ ήδη έναν αιώνα πριν. Παρακμή πίσω από την αυταπάτη της παντοδυναμίας.

Ενώ λοιπόν είναι τόσο πρόσφατοι οι πανηγυρισμοί για τη συντριβή του σοσιαλιστικού «δαίμονα», ακόμα και συντηρητικοί στοχαστές (όπως π.χ. οι Αμερικανοί κοινοτιστές, ο Αμιτάϊ Ετζιόνι, κ.ά.) προβληματίζονται γύρω από τον «κοινοτισμό» και γενικότερα γύρω από την ανάγκη εξασφάλισης κάποιας μορφής κοινωνικής συνοχής που να υπερβαίνει τη μονάδα-άτομο της εμπορευματικής παραγωγής, ενώ το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης επανεισάγει την αναζήτηση νέων κοινωνικών και πολιτικών προτύπων.

Ζούμε σε μια στιγμή γενικευμένης απαξίωσης της εδαφικότητας, και του θριάμβου του ανθρώπου «χωρίς ρίζωμα», του ανθρώπου του χρηματιστηρίου και της καθολικής αφηρημενοποίησης και συμβολοποίησης του κεφαλαίου, γι’ αυτό και η αντίσταση ανθρώπων και λαών τείνει να «επιστρέψει» στην ταυτότητα, το έθνος, την περιφέρεια… Μέσα σε συνθήκες οραματικού κενού και αδιεξόδου, οι άνθρωποι καταφεύγουν όλο και περισσότερο στη σταθερότητα ή τη συντηρητική ασφάλεια των παλιών ταυτοτήτων τους, ισλαμισμός, εθνικισμός, ή προβάλλουν το έθνος, τη φύση, το φύλο τους, ως τελευταία ασπίδα απέναντι στον εμπορευματικό ισοπεδωτισμό.

Αυτή η καταφυγή στην παράδοση μπορεί να αποβεί απελευθερωτική μόνο στον βαθμό που θα ενοφθαλμιστεί στο σώμα ενός νέου, σύγχρονου, ενεργού προτάγματος. Αυτή η επιστροφή, όπως κάθε «επιστροφή» εξ άλλου, απελευθερώνει τις δυνάμεις της ιστορικής μνήμης, ανθρωποποιεί και συγκεκριμενοποιεί τον άν­θρωπο, αλλά παράλληλα, εμπεριέχει και μεγάλους κινδύνους. Στο παρελθόν, μπόρεσε να τεθεί ακόμα και στην υπηρεσία του επιθετικού εθνικισμού. Σήμερα, παρ’ όλο που μπορεί να θίξει τις διαδικασίες της παγκοσμιιοποίησης, κινδυνεύει μάλλον να οδηγήσει σε μια απλή νοσταλγία απέναντι στις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης και της εργαλειοποίησης αν δεν βρει στοιχεία μιας διαπλοκής με τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Δ. Ο πόλεμος των πολιτισμών. Η παγκοσμιοποίηση προκαλώντας βαθύτατες ανατροπές σε πολιτισμούς και κοινότητες, ανασκάβοντας παραδοσιακές και μη ταυτότητες, επιβάλλοντας από τα πάνω ένα ενιαίο κοινωνικό και πολιτισμικό μοντέλο, οδηγεί –ιδιαίτερα σε πολιτισμικά πρότυπα ιδιαίτερα παραδοσιοκεντρικά, όπως το Ισλάμ– σε αντιδράσεις που πλήττουν καίρια την ίδια την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Η Σοβιετική Ένωση που προσπάθησε πρώτη να επιβάλει ένα παγκοσμιοποιητικό μοντέλο, εκείνο του υπαρκτού σοσιαλισμού, άρχισε να καταρρέει μετά την εισβολή στο Αφγανιστάν και την αναζωπύρωση του Ισλαμισμού στις νότιες και κεντρικές ισλαμικές δημοκρατίες της. Οι ΗΠΑ και η Δύση στο σύνολό της δέχτηκαν ένα κοσμοϊστορικό χτύπημα στην απόπειρά τους να επιβάλουν το νεοφιλελεύθερο παγκοσμιοποιητικό μοντέλο, με την επίθεση της 11 Σεπτεμβρίου του 2001, ενάντια στα κέντρα της Αμερικανικής ισχύος.

Ο πόλεμος των πολιτισμών, του Χάντιγκτον, τον όποιο επικαλέστηκε και χρησιμοποίησε η Δύση για να συντρίψει τον ορθόδοξο κόσμο και ιδιαίτερα τη Γιουγκοσλαβία, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, στρέ­φεται πλέον ενάντια στους ίδιους τους εμπνευστές του. Ο Αρμαγεδδών που κτύπησε τις ΗΠΑ αποτελεί την συνέχεια εκείνου που είχε πλήξει τη Σοβιετική Ένωση και προετοιμάστηκε από τις ίδιες τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ: Οι ισλαμιστές που εξοπλίστηκαν από τη CIA για να υπονομεύσουν την σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν, στρέφονται σήμερα ενάντια στο χέρι που τους εξέθρεψε. Πρόκειται κυριολεκτικά για μια ισλαμική μάστιγα του Θεού, ενάντια αρχικά στην σοβιετική παγκοσμιοποίηση και σήμερα ενάντια στην Αμερικανο-δυτική.

Το πρώτο συμπέρασμα είναι σαφές: Μία διαδικασία παγκοσμιοποίησης η οποία εκπορεύεται από ορισμένα κέντρα (στο παρελθόν την ΕΣΣΣΔ και σήμερα τις ΗΠΑ), χωρίς να συνυπολογίζει και να συμπεριλαμβάνει τους υπόλοιπους πολιτισμούς και λαούς, που οικοδομείται ενάντιά τους ή παρά τη θέλησή τους, είναι καταδικασμένη να αποτύχει με τραγικές συνέπειες για όλους τους λαούς, θύτες και θύματα.

Επί πλέον απεδείχθη ότι η τεχνολογική υπεροχή και η λεγόμενη παντοδυναμία της είναι εν τέλει ανίσχυρες μπροστά στην ανθρώπινη πολυπλοκότητα και βούληση. Άρκεσαν ορισμένοι άνθρωποι αποφασισμένοι να πεθάνουν για να καταφέρουν ένα κοσμοϊστορικό κτύπημα στην μεγαλύτερη υπερδύναμη της ιστορίας. Αυτό είχε ήδη καταδειχθεί στο Βιετνάμ. Και τώρα έρχεται μια νέα τραγική επιβεβαίωση.

Οι συνέπειες του πλήγματος που δέχτηκαν οι ΗΠΑ δεν είναι αναστρέψιμες. Οι ΗΠΑ θα χτυπήσουν βεβαίως προς όλα τα αζιμούθια και ήδη οι Αφγανοί και ο ηρωϊκός Παλαιστινιακός λαός υπέστησαν τις πρώτες συνέπειες. Η «χάρτινη τίγρη» διαθέτει ακόμα σιδερένια νύχια και δόντια και ο κόσμος μας θα γνωρίσει και την τυφλή μανία των ΗΠΑ και τον περιορισμό των ελευθεριών μας και πλήγματα κατά δικαίων και αδίκων. Όμως τα βασικά δεδομένα δεν αμφισβητούνται. Οι ΗΠΑ αποδείχτηκαν όχι μόνο ανίσχυρες να αποτρέψουν ένα τέτοιο θανατηφόρο πλήγμα, όχι μόνο τα υπερσύγχρονα μέσα ασφαλείας που διαθέτουν δεν είναι καθόλου επαρκή, αλλά έδωσαν, για τουλάχιστον 24 ώρες, την εικόνα μιας οπερετικής υπερδύναμης, της οποίας ο πρόεδρος κρυβόταν «από χωρίου εις χωρίον» για να ξεφύγει… από τον Μπιν Λάντεν μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες! Και κυρίως απώλεσαν με ένα κτύπημα την αξιοπιστία τους να διαχειρίζονται τις τύχες του κόσμου. Στη Γένοβα, αυτοί και οι εταίροι τους αποκλείστηκαν από 250.000 διαδηλωτές και ηττήθηκαν κατά κράτος ιδεολογικά. Στην παγκόσμια διάσκεψη του ΟΗΕ κατά του ρατσισμού το καλοκαίρι του 2001 οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ουσιαστικώς εκδιώχθηκαν, ενώ η παρουσία του Ζοζέ Μποβέ στο πλευρό του Γιασέρ Αραφάτ στην πολιορκημένη Ραμάλα, υπογράμμισε στο συμβολικό πεδίο την συνάντηση του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης με την Παλαιστινιακή αντίσταση. Στο οικονομικό πεδίο δείχνονται ανίσχυροι να αντιμετωπίσουν την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, παρόλο που είχαν κάνει έναν πόλεμο, του Κόλπου, για να την επιβάλουν. Επιπρόσθετα, η απόπειρα ανατροπής του πρωτεργάτη της ανόδου των τιμών του πετρελαίου, του Ούγο Τσάβες, τον Απρίλιο του 2002 απεδείχθη παταγώδης αποτυχία. Τα χρηματιστήρια καταρρέουν από δική τους ευθύνη, και η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται (το τεράστιο έλλειμμα του ισοζυγίου των συναλλαγών των ΗΠΑ είναι ο πρωταρχικός υπεύθυνος). Το φαινόμενο του θερμοκηπίου και οι κλιματικές αλλαγές επιταχύνεται λόγω του ότι οι ΗΠΑ αρνούνται να δεχθούν περιορισμούς και δεν υπογράφουν το Πρωτόκολλο του Κιότο. Τα μόνα στοιχεία που είχαν απομείνει στις ΗΠΑ για να δικαιολογούν την ηγεμονία τους ήταν ή πολιτική και στρατιωτική ισχύς και το κύρος τους. Όταν καταρρακώνονται και αυτά, όπως συνέβη με την επίθεση στην καρδιά των Ηνωμένων Πολιτειών, τότε αποκαλύπτεται πως ο βασιλιάς είναι γυμνός και μια νέα τάξη γίνεται αναγκαία στις διεθνείς σχέσεις.

Η παγκοσμιοποίηση πλέον πολιορκείται πανταχόθεν. Και η καθοδική πορεία της δεν είναι πλέον αναστρέψιμη. Όταν θα περάσει η πρώτη κρίση μετά την 1η Σεπτεμβρίου του 2001, και μετά τις πρώτες αμερικάνικες αντιδράσεις, όλο και περισσότερες χώρες θα απομακρυνθούν από την αμερικάνικη υπερδύναμη, όλο και περισσότερες χώρες θα διεκδικήσουν την οικο­δόμηση μιας νέας παγκόσμιας ισορροπίας, με περισσότερους παίκτες και πρωταγωνιστές, όλο και περισσότερες χώρες θα επιδιώξουν μια οικονομική τάξη που θα στηρίζεται περισσότερο σε περιφερειακές δομές που είναι περισσότερο ελεγχόμενες και ελέγξιμες και θα μπει φραγμός στην ασυδοσία των Αμερικάνικων πολυεθνικών.

Η παγκοσμιοποίηση μέχρι σήμερα υπήρξε αποδοτική για τις παγκόσμιες ελίτ, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Όταν όμως μπαίνει σε κρίση, όταν το πτωτικό ντόμινο των χρηματιστηρίων οδηγεί στην κατάρρευση των ευρωπαϊκών, π.χ. οικονομιών, τότε η ανάγκη μιας αποδέσμευσης από την αμερικανοκρατούμενη παγκοσμιοποίηση θα γίνεται όλο και πιο επιτακτική. Το γεγονός ότι μετά τη Γένοβα ο πρωθυπουργός της Γαλλίας και ο καγκελάριος της Γερμανίας ζήτησαν την εφαρμογή του φόρου Τόμπιν, που θα περιορίσει δραματικά την χρηματιστηριακή παγκοσμιοποίηση, προδιαγράφει το τι πρόκειται να συμβεί σε μια ευρύτερη έκταση υπό το φως της επίθεσης ενάντια στην αμερικανική αξιοπιστία.

Η άνοδος του ποσοστού του Ζαν Μαρί Λεπέν στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας, τον Απρίλιο του 2002, έθεσε ανοικτά το ζήτημα της κρίσης της παγκοσμιοποίησης μέσω της ανόδου της ακροδεξιάς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Με­τά τον Χά­ϊ­ντερ στην Αυ­στρί­α, το Βλά­αμ­ς Μπλοκ στη Φλα­μαν­δί­α, τους α­κρο­δε­ξιούς στο Ο­μό­σπον­δο κρα­τί­διο του Αμ­βούρ­γου, τη Δα­νί­α, την Ολ­λαν­δί­α, τον Φί­νι στην Ι­τα­λί­α, ήρ­θε και η σει­ρά της Γαλ­λί­ας. Ο Λε­πέν κα­τόρ­θω­σε να ξε­πε­ρά­σει σε α­ριθ­μό ψή­φων τον Γάλ­λο σο­σια­λι­στή πρω­θυ­πουρ­γό Λιο­νέλ Ζο­σπέν και να κα­τα­στεί ο πρώ­τος α­κρο­δε­ξιός υ­πο­ψή­φιος που πέ­ρα­σε στο δεύ­τε­ρο γύ­ρο των προ­ε­δρι­κών ε­κλο­γών της Γαλ­λί­ας.

Αυ­τό το α­πο­τέ­λε­σμα α­πο­τε­λεί έκ­πλη­ξη μό­νο για ό­σους α­γνο­ούν τις ε­ξε­λί­ξεις που ση­μειώ­νο­νται στις δυ­τι­κές κοι­νω­νί­ες τα τε­λευ­ταί­α δέ­κα χρό­νια, κα­θώς και τις σα­ρω­τι­κές ε­πι­πτώ­σεις του κτυ­πή­μα­τος της 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου:

Η λο­γι­κή της κοι­νω­νί­ας των δύ­ο τρί­των που ε­γκαι­νί­α­σε ο Ρή­γκαν και η Θά­τσερ στη δε­κα­ε­τί­α του 1980 και ε­φαρ­μό­ζει η δυ­τι­κή σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­α σε ό­λη τη δε­κα­ε­τί­α του 1990, ο­δή­γη­σε σε ρι­ζι­κές με­τα­τρο­πές στην κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα των δυ­τι­κών κοι­νω­νιών. Η κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή που εί­χε ε­πι­τευ­χθεί με το κρά­τος πρό­νοιας και τον Κε­ϋν­σια­νι­σμό δύ­ο ή τριών δε­κα­ε­τιών έ­γι­νε συ­ντρίμ­μια α­πό την νε­ο­φι­λεύ­θε­ρη πο­λι­τι­κή: Α­πο­βιο­μη­χα­νο­ποί­η­ση και α­πο­δυ­νά­μω­ση των συν­δι­κά­των, μέ­σω της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης του διε­θνούς ε­μπο­ρί­ου, ε­λα­στι­κο­ποί­η­ση της ερ­γα­σί­ας και πτώ­ση του μι­σθού μέ­σω της ει­σα­γω­γής φθη­νών ερ­γα­τι­κών χε­ριών, ά­νο­δος της α­νερ­γί­ας και πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­ση των πα­ρα­δο­σια­κών ερ­γα­τι­κών και μι­κρο­α­στι­κών στρω­μά­των. Οι συ­νέ­πειες αυ­τού του το­πί­ου διά­σπα­σης των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων σε πολ­λές μι­κρές ε­θνι­κές και ε­παγ­γελ­μα­τι­κές ο­μά­δες κα­θώς και της πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­σης του Τρί­του Κό­σμου, υ­πήρ­ξαν σα­ρω­τι­κές. Για δε­κα­πέ­ντε χρό­νια οι κοι­νω­νι­κές α­νι­σό­τη­τες σε ε­θνι­κό και διε­θνές ε­πί­πε­δο διευ­ρύ­νο­νται

Ω­στό­σο πί­σω α­πό την γυα­λι­στε­ρή προ­θή­κη των σοσιαλιστικών ρό­λεξ η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γι­νό­ταν ό­λο και πιο α­νυ­πό­φο­ρη για την πλειο­ψη­φί­α των κα­τοί­κων του πλα­νή­τη. Μέ­σα στις κοι­νω­νί­ες δια­μορ­φώ­νο­νται δύ­ο ι­σχυ­ρά ρεύ­μα­τα που εί­τε α­πό τα δε­ξιά –ά­νο­δος Λε­πέν– εί­τε α­πό τα Α­ρι­στε­ρά –κί­νη­μα του Σι­ά­τλ και της Γέ­νο­βας, ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κά σχή­μα­τα κλπ., α­πορ­ρί­πτουν την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση. Στα δε­ξιά πρό­κει­ται κυ­ρί­ως για τα πε­ρι­θω­ριο­ποι­η­μέ­να στρώ­μα­τα της πα­λιάς ερ­γα­τι­κής τά­ξης και των α­γρο­τών που α­πορ­ρί­πτουν το α­πα­στρά­πτον μο­ντέ­λο των γιά­πη­δων και στρέ­φο­νται προς με­γα­λύ­τε­ρη α­σφά­λεια και κρα­τι­κή προ­στα­σί­α. (Ο Λε­πέν συ­γκέ­ντρω­σε το 25% των Γάλ­λων ερ­γα­τών, ε­νώ το ΚΚΓ κα­τα­πο­ντί­στη­κε). Στα α­ρι­στε­ρά πρό­κει­ται για την ε­νί­σχυ­ση της ε­ξω­θε­σμι­κής και α­ντι­πα­γκο­σμιο­ποι­η­τι­κής α­ρι­στε­ράς

Ι­διαί­τε­ρα η 11η Σε­πτεμ­βρί­ου ση­μα­το­δό­τη­σε τον ο­ρι­στι­κό ε­ντα­φια­σμό των ο­νεί­ρων της α­πρό­σκο­πτης πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης. Σε ό­λες τις κοι­νω­νί­ες ε­νι­σχύ­ο­νται ή θα ε­νι­σχυ­θούν οι τά­σεις της στρο­φής προς τα ε­θνι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, την προ­στα­σί­α της ε­σω­τε­ρι­κής α­γο­ράς και της α­γο­ράς ερ­γα­σί­ας. Αυ­τή η στρο­φή εί­ναι α­να­πό­φευ­κτη. Η πα­γκο­σμιο­ποι­η­τι­κή φά­ση έ­χει πα­ρέλ­θει, για αρ­κε­τά χρό­νια του­λά­χι­στον. Ο Ο­ΠΕΧ α­να­συ­γκρο­τεί­ται και το πε­τρέ­λαιο α­κρι­βαί­νει, υ­πό την κα­θο­δή­γη­ση του Ού­γο Τσα­βες. Η Αρ­γε­ντι­νή α­πορ­ρί­πτει βιαί­α την δολ­λα­ριο­ποί­η­ση, στη Μέ­ση Α­να­το­λή οι να­ζί του Σα­ρόν και οι κρε­τί­νοι γιά­πη­δες του Μπους προ­ε­τοι­μά­ζουν το ι­δε­ο­λο­γι­κό έ­δα­φος για νέ­ες ε­πι­θέ­σεις τύ­που Μπιν Λά­ντεν. Και στην Ευ­ρώ­πη, μια Ευ­ρώ­πη που μα­στί­ζε­ται α­πό τη γή­ραν­ση των πλη­θυ­σμών, την α­νερ­γί­α και την πο­λι­τι­κή ε­ξα­φά­νι­ση έ­να­ντι των Η­ΠΑ, ε­νι­σχύ­ε­ται η κοι­νω­νι­κή και πο­λι­τι­κή πό­λω­ση.

Όλοι οι παίκτες του διεθνούς συστήματος θα αναζητήσουν την ενίσχυση της αυτονομίας τους, εθνικής ή περιφερειακής. Αυτό όμως θα τους φέρει σε αυξανόμενη αντίθεση με τις ΗΠΑ, οι οποίες κατορθώνουν να επιβιώνουν οικονομικά μόνο μέσω της πολιτικο-στρατιωτικής ηγεμονίας (το έλλειμμα του ισοζυγίου καλύπτεται διότι, χρησιμοποιώντας την παγκόσμια ηγεμονία τους επιβάλλουν την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου και την εισροή των παγκόσμιων επενδύσεων στις ΗΠΑ). Κατά συνέπεια ο αμερικάνικος τυχοδιωκτισμός θα ενταθεί αλλά ταυτόχρονα και όλες οι υπόλοιπες χώρες θα τείνουν να πάρουν αποστάσεις από τις ΗΠΑ.

στ. Ο «ενδιαμεσοσ χωροσ»

Απέναντι στην παγκόσμια ακτίνα δράσης των πολυεθνικών εταιρειών απαιτείται μια οργάνωση του πλανήτη σε παγκόσμιο, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο και όχι βέβαια η απάλειψη της δικαιοδοσίας του έθνους-κράτους.

Τη στιγμή που η Δύση κινδυνεύει να χάσει την ψυχή και την πρωτοκαθεδρία της, θα τείνουν να ενεργοποιούνται και πάλι οι ενδιάμεσοι χώροι ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Αυτή η ενεργοποίηση μπορεί να είναι είτε μια μεγάλη ευκαιρία είτε ένας μεγάλος κίνδυνος. Τι άλλο αν όχι ενεργοποίηση, με την έννοια της αφύπνισης ενός ηφαιστείου, είναι η κρίση που διαπερνά όλο τον «ενδιάμεσο» ανατολικοευρωπαϊκό και μεσανατολικό χώρο; Από τη Σοβιετική Ένωση μέχρι την Παλαιστίνη και το Ιράκ, περνώντας από τα Βαλκάνια και το Κουρδιστάν, ο ενδιάμεσος χώρος εκρήγνυται.

Αυτή η έκρηξη, που για την ώρα καταστρέφει μια τεράστια περιοχή, μπορεί να μεταβληθεί σε προανάκρουσμα νέων γεωπολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών συγκροτήσεων.

Ήδη αναφερθήκαμε στην Ανατολική Ασία όπου οι τάσεις για αυξανόμενη οικονομική συνοχή τείνουν να διαμορφώσουν μια οικονομική περιφερειακή οντότητα. Σε ένα βαθμό κάτι αντίστοιχο παρατηρείται και στη Λατινική Αμερική, όπου αυξάνεται η περιφερειακή οικονομική αλληλοδιείσδυση, ιδιαίτερα στον «Νότιο Κώνο» της Ηπείρου, ενώ κινήματα όπως εκείνο των Ζαπατίστας προκαλούν ιδεολογικές ζυμώσεις και ανακατατάξεις, ενισχύοντας τις τάσεις στην οικονομική ανεξαρτησία σε χώρες της περιοχής (π.χ. Βενεζουέλα).

Η σταδιακή μετατόπιση του κέντρου της συσσώρευσης έξω από τη Δύση, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια σχετική αυτονομία της περιφέρειας, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει, και στην ανάδειξη νέων μοντέλων ανάπτυξης και συμπεριφοράς, νέων τύπων συνάρθρωσης των ανθρωπίνων κοινοτήτων και ομάδων.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες διαγράφονται οι όροι και οι δυνατότητες να μπορέσουν οι Έλληνες να κοιτάξουν τον κόσμο που τους περιβάλλει για τη διαμόρφωση προτύπων και συμπεριφορών και να ξεφύγουν από τη μυθολογική και μυθοποιητική ταύτισή τους με τη Δύση. Τη στιγμή του «θριάμβου» της Δύσης στην Ευρώπη και της ένταξης της Ελλάδας ως παρασίτου στην Ευρώπη του Μάαστριχ, τη στιγμή της συντριβής και της κατοχής της Γιουγκοσλαβίας και του Κοσσυφοπεδίου, τη στιγμή της Τζενίν, γεννιούνται και οι πιο έντονες αμφισβητήσεις για το «πού ανήκουμε». Και παρά το ότι οι «εκσυγχρονιστές» αριστεροί διανοούμενοι επαναλαμβάνουν εν χορώ το ιδεολόγημα της Δεξιάς, «ανήκουμε στη Δύση», ανακαλύπτουμε και πάλι τα Βαλκάνια, αρχίζουμε ένα νέο «ταξίδι του Οδυσσέα», στον Πόντο, τη Μαύρη Θάλασσα, αύριο και πάλι στη Μέση Ανατολή. Ίσως ανοίγονται εκ νέου οι δυνατότητες να ξανασυναντήσουμε ξεχασμένες μορφές της ταυτότητάς μας, την κοινότητα των Ελλήνων, τη ζάντρουγκα των σλάβων χωρικών, μια άλλη σχέση ανάμεσα στον τεχνόκοσμο και τη φύση. Μια καινούργια σχέση ανάμεσα στον ορθολογισμό και την ανθρώπινη υπόσταση την οποία κατέστρεψε η ίδια η ύστερη Δύση, μεταβάλλοντας τον διαφωτισμό σε εργαλειακό ορθολογισμό και επιβάλλοντας αυτό το έκτρωμα σε πλανητική κλίμακα. Μια άλλη σχέση ανάμεσα στην εργασία και τη σχόλη, ανάμεσα στην ετερονομία και την αυτονομία.

Πάντως το βέβαιο είναι πως αν η Δύση, για 500 χρόνια τουλάχιστον, υπήρξε η ανανεωτική δύναμη του πλανήτη, σε επίπεδο προϊόντων, ιδεών και μοντέλων, σήμερα ζούμε μια ιστορική μετατόπιση του κέντρου βάρους τεραστίων διαστάσεων. Η Δύση δεν θα γράψει το έτος «501», τουλάχιστον από την άποψη της δυναμικής, γιατί από εκείνη της παρούσας ισχύος εξακολουθεί να παραμένει μια «σιδερένια τίγρη».

Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο πως σε αυτόν τον κόσμο που αλλάζει, εμείς οι Έλληνες, ένας λαός 15 εκατομμυρίων, εκ των οποίων τα 5 εκατομμύρια μετανάστες, θα κατορθώσουμε να επιβιώσουμε. Πάντως έχουμε μια μεγάλη ευκαιρία, να συλλάβουμε την κίνηση του εκκρεμούς της πλανητικής ιστορίας και να συμβάλουμε ενεργά τόσο στη διαμόρφωση μιας νέας περιφερειακής ταυτότητας στον χώρο μας όσο και στην ανάπτυξη νέων κοινωνικών και πολιτικών προτύπων.

Για μια φορά όχι ετερόφωτοι αλλά γηγενείς και ταυτόχρονα παγκόσμιοι, γιατί ζούμε σε ένα παγκόσμιο –αλλά όχι παγκοσμιοποιημένο και ισοπεδωτικό– πολιτισμό. Είμαι πεπεισμένος για την αλλαγή της ιστορικής κίνησης, το ερώτημα-στοίχημα είναι: εμείς θα παρευρεθούμε σε αυτή τη συνάντηση, θα είμαστε… εδώ; Μήπως άραγε το ελληνικό έθνος-κράτος ως έσχατη μορφή του ελληνισμού έχει εξαντληθεί αμετάκλητα και οριστικά;

ζ. εξαντληση του εθνουσ-κρατουσ;

Βρισκόμαστε άραγε μπροστά στο τέλος του έθνους-κράτους; Και όλοι οι κλαυθμοί, ειλικρινείς ή κροκοδείλιοι, είναι ανώφελοι; Ο κόσμος βαδίζει στην παγκοσμιοποίηση κάτω από τις συνδυασμένες επιθέσεις των νεωτέρων ιπποτών της αποκάλυψης, του Μπιλ Γκέητς, του Τζωρτζ Σόρος και… του Μπερνάρ Κουσνέρ;

Aυτή η παγκοσμιοποίηση παρόλο που δεν αναδύθηκε ως συνέπεια της παγκόσμιας εξέγερσης των εργατών, αλλά μάλλον του συνασπισμού των πολυεθνικών, ωστόσο δεν παύει να είναι αληθινή. Τα χρηματιστήρια διασυνδέονται σε μηδενικό χρόνο σε όλη την έκταση του πλανήτη, ενώ το διαδίκτυο μεταβάλλεται στον νευρικό ιστό του παγκοσμιοποιημένου κόσμου μας. Αυτή η εκδοχή σήμερα μοιάζει εξαιρετικά ισχυρή. Η παγκοσμιοποίηση έχει γίνει ο μπαμπούλας των λαών και ταυτόχρονα το κρυφό αντικείμενο του πόθου ενός μεγάλου μέρους των διανοουμένων, ιδιαίτερα σε μικρές χώρες: να πάψουμε «επιτέλους» να είμαστε επαρχία και να εξαφανιστούμε μέσα σε ένα ευρύτερο σύνολο, δυτικό, ευρωπαϊκό ή, γιατί όχι, και δυτικο-τουρκικό.

Από την εμφάνιση του «πολιτισμού» και στο εξής, οι βασικές μορφές της συλλογικής ταυτότητας των ανθρώπων υπήρξαν η φυλή και το έθνος. Ως συνέπεια της βιομηχανικής και μεταβιομηχανικής εποχής, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια τρίτη φάση στη συγκρότηση των ανθρώπινων συλλογικοτήτων. Για τους ακραίους υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης, όπως ο Άλβιν Τόφλερ, ή ορισμένους εκπροσώπους παγκόσμιων οργανώσεων, βαδίζουμε προς μια κοινωνία χωρίς καμία μορφή συλλογικής ταυτότητας εκτός από την ταύτιση με την παγκόσμια κοινότητα, για να μη μιλήσουμε για Το τέλος της ιστορίας του Φουκουγιάμα. Όλες οι ενδιάμεσες, και κατ’ εξοχήν οι εθνικές, μορφές εδαφικοποίησης θα μαραθούν και θα σβήσουν. Μια μεταβατική στιγμή προς την παγκοσμιότητα είναι εκείνη της ευρωπαϊκής συλλογικής ταυτότητας, που θα αντικαταστήσει τις επί μέρους εθνικές ταυτότητες των ευρωπαϊκών λαών, προς την κατεύθυνση της συγκρότησης ηπειρωτικών, μάλλον, παρά εθνικών ταυτοτήτων. Ή, τέλος, της «ατλαντικής ταυτότητας», από το Σαν Φραντσίσκο έως την Άγκυρα. Ο αγώνας μας ενάντια στην παγκοσμιοποίηση είναι λοιπόν μια καθυστερημένη μάχη οπισθοφυλακών; Ή, στην καλύτερη περίπτωση αφορά τη διασφάλιση καλύτερων όρων για την πορεία της παγκοσμιοποίησης (δηλαδή μεγαλύτερη προστασία των οικοσυστημάτων, επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης στον τομέα της κοινωνικής προστασίας και όχι μόνο της οικονομίας, κ.ο.κ.), όπως κάνουν αρκετές παγκοσμιοποιημένες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ), ή όπως προτείνει μια πτέρυγα του Συνασπισμού στην Ελλάδα;

***

Η συγκρότηση των εθνών πραγματοποιείται σε όλη τη μεγάλη διάρκεια της μετάβασης από τις αγροτικές στις βιομηχανικές κοινωνίες. Πρό­κει­ται για συσσωματώσεις που ορίζονται συνήθως από την κοινή γλώσσα, την κοινή φυλετική καταγωγή και προπάντων από την κοινή θρησκεία και παράδοση. Οι πρώτοι λαοί που θα περάσουν σε διαδικασίες εθνογένεσης, άλλοτε επιτυ­χείς και άλλοτε ανεπιτυχείς, κάποτε ακόμα και ψευδείς, θα είναι οι Αιγύπτιοι, οι Κινέζοι, οι Έλληνες και οι Εβραίοι, ενώ οι έσχατοι θα είναι οι… Βόσνιοι, οι Αλβανοί Κοσοβάροι, οι Χούτου και οι Τούτσι στην Αφρική, κ.ο.κ. Αυτό το όχημα συλλογικής ταυτότητας, το έθνος, θα πάρει τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα, του έθνους-κράτους, είτε πριν χιλιάδες χρόνια, στην Κίνα ή την Ιαπωνία, π.χ., ή σχετικά πρόσφατα, στην περίοδο που ακολουθεί τη συνθήκη της Βεστφαλίας, το 1648. Έκτοτε γενικευμένη μορφή της εδαφικοποίησης των ανθρώπινων κοινοτήτων γίνεται το έθνος-κράτος. Όμως πριν ακόμα προλάβει να ολοκληρωθεί η συγκρότηση του κόσμου σε έθνη-κράτη, μέσα από μια τηλεσκοπική επιτάχυνση, με τη μετάβαση στη «μεταβιομηχανική» ή «πληροφορική» κοινωνία, μια νέα μορφή τείνει να αναδειχτεί, εκείνη των υπερεθνικών ενοτήτων, ή, στο πέρας της διαδικασίας, και του παγκόσμιου χωριού. Ο πλανήτης φαίνεται να βαδίζει προς την «ενοποίηση». Σ’ αυτές τις συνθήκες, μεγάλοι λαοί, όπως ο κινεζικός, ο αμερικανικός, ή ο ινδικός, μπορούν ίσως να αποτελέσουν αφ’ εαυτών περιφερειακά υποσυστήματα, ενώ μεγάλα έθνη-κράτη, όπως το γερμανικό, το ρωσικό, το τουρκικό, ίσως να αποτελέσουν τα «κράτη πυρήνα», σύμφωνα με την έκφραση του Χάντιγκτον, ενός ευρύτερου πολιτισμικού-κρατικού χώρου. Όσο για τους μικρούς λαούς, προόρισται, μήπως, να συνθλιβούν ή να συγχωνευτούν μέσα σε αυτά τα ευρύτερα μεγα­σύνολα και να λειτουργούν πιθανώς στο μέλλον όπως οι μειονότητες στα σημερινά εθνικά κράτη;

Οι Έλληνες, πριν συγκροτηθούν σε έθνος, πέρασαν, όπως και οι άλλοι λαοί, από τη μικρή ομάδα, τη φυλή, τις φατρίες, μορφές συσσωμάτωσης που διήρκεσαν χιλιάδες ή και δεκάδες χιλιάδες χρόνια. Αυτό που συμβατικά απoκαλούμε «πολιτισμό» αρχίζει στον τόπο μας πριν από 8 ή 9 χιλιάδες χρόνια με την εξημέρωση ζώων και φυτών και την εγκατάσταση σταθερών ανθρώπινων οικισμών. Και στη συνέχεια θα ακολουθήσουν όλα όσα γνωρίζουμε, κυ­κλαδικός, μινωικός, μυκηναϊκός, προελ­λαδικός, κλασικός, ελληνιστικός, βυ­ζαντινός και εν τέλει νεο-ελληνικός πολιτισμός.

Το έθνος όμως δεν ταυτίζεται με το έθνος-κράτος. Στην Ελλάδα, η ύπαρξη χωριστών κρατών, όπως συνέβαινε στην αρχαιότητα, δεν αναιρούσε την αίσθηση της κοινής εθνικής ταυτότητας. Το έθνος, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπερβαίνει κατά πολύ, σε διάρκεια, το σύγχρονο έθνος-κράτος, με ακραία έκφραση το εβραϊκό έθνος το οποίο έζησε χωρίς κράτος, εν διασπορά, για χιλιάδες χρόνια μετά τη συγκρότησή του ως έθνος. και μάλιστα σε πείσμα της σύγχρονης θεωρίας, εκ της Εσπερίας εκπορευόμενης, συχνά διατυπωμένης από… Εβραίους διανοούμενους, που βλέπει το έθνος ως δημιούργημα του κράτους.

Προφανώς θα προσφέρουμε κακή υπηρεσία στην υπόθεση της εθνικής ταυτότητας αν υποστηρίξουμε ότι αυτή παραμένει αναλλοίωτη και μοναδική, μη επιδεχόμενη μετατροπές, αλλαγές ή ακόμα και φθορά. Είναι απολύτως πιθανό να σχηματιστούν υπερεθνικές κρατικές ενότητες, όπως έγινε και στο παρελθόν (π.χ. η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η τσαρική Ρωσία και πλέον πρόσφατα η Σοβιετική Ένωση και η Γιουγκοσλαβία). Είναι γεγονός δε ότι σήμερα έχουμε φθάσει σε ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο διαπλοκής των οικονομιών, των επικοινωνιών, των διεθνών οργανισμών, και χωρίς αμφιβολία, παρά τη σημερινή έκπτωση του ΟΗΕ και την αντικατάστασή του από οργανισμούς της Δύσης (ΝΑΤΟ, G8), οι υπερεθνικοί οργανισμοί και θεσμοί θα ενισχύονται.

Το ερώτημα όμως παραμένει: πού θα ζουν οι άνθρωποι, σε απλές επαρχίες μιας παγκόσμιας κοινότητας; Μήπως στην παγκόσμια ομοσπονδία των κοινοτήτων, σύμφωνα με το σχήμα του Μάρραιη Μπούκτσιν; Και ποιες θα είναι οι ενδιάμεσες μορφές εδαφικοποίησης ανάμεσα στην κοινότητα και την πλανητική διακυβέρνηση; Ακόμα και αν δεχθούμε την υπέρβαση της μορφής έθνος-κράτος σε ορισμένες περιπτώσεις, άραγε τα έθνη θα πάψουν να υπάρχουν ή, αντιθέτως, θα ενισχυθούν και εκεί τα κινήματα ταύτισης με το έθνος ως κουλτούρα, παράδοση, συλλογική μνήμη, φορέα συλλογικών αναπαραστάσεων, πλαίσιο οικονομικών πειραματισμών, όπως ακριβώς συνέβη με έθνη που δεν διέθεταν δική τους κρατική υπόσταση, τους Καταλανούς, τους Βάσκους, τους Βορειο-ιρλανδούς;

Μήπως, αντίθετα, οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις οδηγήσουν εκ νέου στην ενίσχυση του εθνικού, του υπο-εθνικού –αναμοχλεύοντας παλαιότερες ταυτότητες, εθνότητα, γλωσσική ή θρησκευτική ομάδα–, ή ακόμα και του υπερεθνικού επιπέδου – συγκρο­τώντας καινούργιες ταυτότητες, όπως μια ομάδα περισσότερων εθνών; Η εναλλακτική οικονομική θεωρία θεωρεί ότι έχουμε εισέλθει ήδη σε μια «μεταβιομηχανική εποχή», όπου το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, μέσω του αυτοματισμού, και της μινιατουροποίησης, θα μπορεί να παράγεται επί τόπου, από εναλ­λακτικές εγχώριες πηγές ενέργειας, χωρίς το τεράστιο οικολογικό βάρος της παραγωγής «βαριάς» ενέργειας, των μεταφορών, κλπ. κλπ. Μια οικονομία η οποία χρησιμοποιεί σύγχρονες παραγωγικές μεθόδους και στηρίζεται στην εγχώρια παραγωγή είναι πολύ πιο αποδοτική, την εποχή της πληροφορικής, από μια οικονομία που στηρίζεται σε διαρκώς διογκούμενες μεταφορές προϊόντων από το ένα άκρο της γης στο άλλο. Μικρότερα σύγχρονα εργοστάσια μπορούν να κατασκευάζουν όλο και περισσότερα προϊόντα επί τόπου, όπως έχει δείξει και ο Σουμάχερ στο αξιοσημείωτο βιβλίο του, Small is beautifull. Η εποχή του γιγαντισμού των παραγωγικών μονάδων ανήκει στο παρελθόν. Το οικολογικό και οικονομικό κόστος μιας οικονομίας με μικρότερες μεταφορές και μεγαλύτερη επαφή παραγωγών και καταναλωτών είναι κατά πολύ μικρότερο από το σημερινό μοντέλο της παγκοσμιοποιημένης παραγωγής που ευνοεί μόνον τους ολιγάρχες και τους κάθε είδους «πλανητάρχες».

Αν λοιπόν η παραγωγή, μετά από αιώνες διόγκωσης των παραγωγικών μηχανισμών και διαρκούς διεύρυνσης της απόστασης μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, περάσει σε φάση επαναφοράς της οικονομικής εξουσίας στην κοινότητα, τότε μπορεί να διαπιστώσουμε μια νέα ανάδειξη του έθνους, της υπο-εθνικής περιφέρειας, της ομάδας εθνών, σε επίκεντρο των οικονομικών και κοινωνικών διεργασιών. Δεν υπάρχει κανένας «εσώτερος ντετερμινισμός» στην πορεία της παγκοσμιοποίησης, παρά μόνον τα… συμφέροντα εκείνων που κερδίζουν από αυτή! Είναι δυνατή η αντιστροφή των σημερινών τάσεων στην “παγκοσμιοποίηση”, ώστε επί τέλους να δημιουργηθεί και ένα οικονομικό υπόβαθρο για την οικονομική και κοινωνική δημοκρατία, που προϋποθέτει την εγγύτητα παραγωγού και πολίτη.

Δηλαδή, η πρότασή μας ενάντια στην παγκοσμιοποίηση είναι τουλάχιστον εξ ίσου σύγχρονη με εκείνη των παγκοσμιοποιητών. Είναι μάλιστα η μοναδική που μπορεί να έχει ως αντικείμενο τη δημοκρατία και τις ικανές συνθήκες για τη λειτουργία της. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία υπήρξε ως άμεση δημοκρατία διότι τα μεγέθη της πόλης-κράτους την έκαναν εφικτή. Δεν μπορούμε να φανταστούμε μια δημοκρατία η οποία να αφορά εφτά ή δώδεκα δισεκατομμύρια ανθρώπους. Σε τέτοια μεγέθη, οι γραφειοκρατίες, οι ολιγαρχίες, οι αυτοκρατορίες γίνονται αναπόφευκτες. Είναι γνωστό, και ο Ραούλ Βανεγκέμ το έχει επισημάνει με μια ακραία διατύπωση, πως από τις απαρχές της νεολιθικής περιόδου, δηλαδή ουσιαστικά από την αγροτική επανάσταση και εφεξής, οι ανθρώπινες κοινωνίες γίνονται αντιδημο­κρατικές, διότι η «ανάπτυξη» και η αδιάκοπη μεγέθυνση οδηγούν σε κοινωνίες όλο και πιο περίπλοκες, που απαιτούν σύνθετους μηχανισμούς για να κυβερνηθούν. Η διαρκής «φυγή προς τα μπρος», στο επίπεδο των μεγεθών, αποτελεί μηχανισμό αυτοδιαιώνισης των κυρίαρχων ελίτ. Το πέρασμα από τα κράτη-πόλεις της αρχαίας Ελλάδας σε μεγαλύτερες κρατικές οντότητες θα σημάνει και το τέλος της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας. Η ρωμαϊκή δημοκρατία θα μεταβληθεί σε αυτοκρατορία μέσα από τη μεγέθυνση του ρωμαϊκού κράτους και οι σύγχρονες «μαζικές δημοκρατίες» θα είναι δημοκρατίες μόνο κατ’ όνομα, όπως έχει δείξει και ο Παναγιώτης Κονδύλης. Η «παγκο­σμιοποίηση» της οικονομίας και της πολιτικής σήμερα είναι ένα νέο στάδιο στην επιβε­βαίωση και την αναπαραγωγή των ολιγαρχιών και δεν είναι τυχαίο ότι διευρύνονται οι κοινωνικές ανισότητες. Αδιαφανείς πολυεθνικές εταιρείες και πολυεθνικές γραφειοκρατίες, της Διεθνούς Τράπεζας, των G8, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρω­παϊκής Επιτροπής, ή των… Μη Κυ­βερνητικών Οργανώσεων, κυριαρχούν στον πλανήτη μας.

Άρα το ερώτημα θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί: είναι άραγε αναπόφευκτος ο παραπέρα μαρασμός της δημοκρατίας και η μεταβολή μας σε υπηκόους-αριθμούς μιας πλανητικής παραγωγικής μηχανής και μιας παγκοσμιοποιημένης διακυβέρνησης;

Το μικρότερο μέγεθος, το εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, μπορεί να είναι εξ ίσου ή και περισσότερο αποδοτικό από τον παγ­κοσμιο­ποιη­μέ­νο χυλό, το μόνο που μπορεί να δια­σφαλίσει μια πραγματική έννοια δημοκρατίας και ισότητας. Και αν το παλιό έθνος, με το εθνοτικό ή φυλετικό του υπόστρωμα, περάσει σε περίοδο παρακμής, η εθνική οντότητα, ως συγκεκριμενοποίηση της δημοκρατίας, στην οποία μπορεί να συνυπάρχουν ακόμα και διαφορετικοί λαοί, θα παραμένει η μόνη δυνατή απάντηση στην παγκόσμια ολιγαρχία της παγκο­σμιοποίησης.

η αναγκη ενος αλματοσ

Για να συμμετέχουμε σε ένα τέτοιο εγχείρημα, θα πρέπει να δρομολογήσουμε πολιτιστικές, οικονομικές κοινωνικές και εν τέλει πολιτικές κινήσεις που να κατατείνουν στη διαμόρφωση μιας νέας πραγματικότητας. Μιας αληθινά νέας τάξης πραγμάτων στην οποία το κέντρο βάρους της ανάπτυξης θα μεταφερθεί από το κέντρο στην περιφέρεια, η οποία θα στηριχτεί στις λαϊκές τάξεις και όχι στις ανίκανες ελίτ, θα αναδείξει νέες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης και μορφές παραγωγής. Που θα υπερασπίσει ενεργά την Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη, σε συμμαχία με τους Κούρδους και τους Βαλκανικούς λαούς. Μια τάξη πραγμάτων που μπορεί να υποχρεώσει την τουρκική άρχουσα τάξη να εγκαταλείψει τον επεκτατισμό της, ορθώνοντας απέναντί της ένα δίκτυο βαλκανικής ε­νότητας και ευρύτερων συμμαχιών που να φτάνουν μέχρι τη Ρωσία.

Μια πολιτική που θα αντιστρατεύεται το κυρίαρχο χρησιμοθηρικό, παρασιτικό και αντιοικολογικό μοντέλο. Μια πολιτική που θα αναδεικνύει μια διαφορετική αντίληψη για τη δημοκρατία στο επίπεδο της παραγωγής και των θεσμών, ενισχύοντας τις μορφές άμεσης δημοκρατίας. Μια πολιτική που θα ενθαρρύνει την κοινωνική και λαϊκή συμμετοχή στον τομέα της παραγωγής και δεν θα εξοντώνει τα μικροϊδιοκτητικά στρώματα μέσα από τη διαδικασία της καπιταλιστικής συγκέντρω­σης, αλλά θα προσπαθεί να τα ενσωματώνει σε μια κατεύθυνση κοινοτιστικής αλληλεγγύης. Μια αντίληψη η οποία θα επιχειρεί να δώσει μια νέα απάντηση στη σχέση ισότητας και ελευθερίας, πάνω στην οποία σκόνταψαν μέχρι σήμερα όλες οι εναλλακτικές κοινωνικές απόπειρες. Ένα κοι­νωνικά συνεκτικό και οικολογικά βιώσιμο μοντέλο κοινωνίας και «ανάπτυξης» αποτελεί ανάγκη επιβίωσης για τον ελληνισμό και όχι μόνο πρόταση ζωής για άτομα, ομάδες, τάξεις και περιφέρειες.

Μια αντίληψη που θα αναδεικνύει, την εποχή της επικοινωνιακής επανάστασης, μια νέα οπτική για την παιδεία, θα απορρίπτει τον ισοπεδωτικό και εκθεμελιωτικό της ελληνικής παράδοσης «εκσυγχρονισμό», θα υπερβαίνει τον ελιτισμό του «τρίτου κύματος» και της αυξανόμενης κοινωνικο-εκπαιδευτικής διαφοροποίησης, χωρίς να αρνείται μια δημοκρατική αλλά οριοθετημένη οικολογικά και κοινωνικά χρήση της τεχνο­λογίας, της επικοινωνίας και της βιοτεχνολογίας.

Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο ή έστω να αποπειραθούμε αλλαγές προς αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να ενισχυθούν οι κάθε είδους πρωτοβουλίες:

Πρωτοβουλίες πολιτιστικές για ανάπτυξη μιας εντόπιας κουλτούρας η οποία δεν θα είναι επαρχιώτικη, αλλά θα διαθέτει στοιχεία οικουμενικότητας, όπως έκανε η ποίηση ενός Καβάφη, ή ενός Σεφέρη, η μουσική ενός Χατζηδάκι ενός Σαββόπουλου και ενός… Μπρέγκοβιτς, ο κινηματογράφος ενός Αγγε­λόπουλου ή ενός …Κουστουρίτσα. Στην κατεύθυνση της «Αγέλαστης Πέτρας»… Και σήμερα μόλις αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε και πάλι την κουλτούρα των βαλκανικών λαών, ή προσπαθούμε να δημιουργήσουμε πολιτιστικές μορφές που να στηρίζονται τόσο στην παγκόσμια κουλτούρα όσο και την εγχώρια παράδοση.

Στην οικονομία, το διαφορετικό πρότυπο στο εσωτερικό της χώρας μπορεί να είναι πραγματοποιήσιμο μόνο με την ενίσχυση της αυτονομίας μας και τη συνεργασία με τις γειτονικές μας χώρες. Η ενίσχυση της οικονομικής αυτάρκειας και της αυτοπαραγωγής, σε πλήρη αντίθεση με τη θεωρία της αυξανόμενης διασποράς της παραγωγής σε πλανητικό επίπεδο, θα οδηγήσει σε ένα οικονομικό μοντέλο εξαιρετικά πιο αποδοτικό στο οικολογικό, στο ανθρώπινο αλλά και το οικονομικό πεδίο. Η παγκόσμια διασύνδεση των οικονομιών πρέπει να μετατοπίζεται διαρκώς στους τομείς των επικοινωνιών, της πληροφορίας, των επιστημονικών και διανθρώπινων ανταλλαγών, ενώ ταυτόχρονα θα περιορίζεται η ανεξέλεγκτη και καταστροφική επέκταση του εμπορίου και η εκθετική μεγέθυνση πληθυσμιακών και παραγωγικών μονάδων. Το κόστος διαχείρισης μιας πόλης σαν την Αθήνα π.χ. υπερβαίνει κατά πολύ τα «πλεονεκτήματα» που μπορούν να προσφέρουν οι «οικονομίες κλίμακας». Αυξάνονται οι μεταφορές, το κόστος της γης, το κόστος υγείας –σωματικής και ψυχικής–, η εξάρτηση από τις εισαγωγές. Μια αποκεντρωμένη Ελλάδα όχι μόνο θα ήταν εθνικά ισχυρότερη και ισορροπημένη, αλλά θα διέθετε και πολύ υψηλότερο επίπεδο πραγματικής ευημερίας. Μόνο σε μια τέτοια κατεύθυνση θα συναντήσουμε και το επεκτεινόμενο κίνημα κατά της παγ­κοσμιοποίησης που συνεγείρει σήμερα ολόκληρο τον πλανήτη.

Είναι αλήθεια πως σε όλους τους τομείς παρατηρούνται πρωτοποριακές κινήσεις, έστω και αν δεν είναι αρκετές για να αναστρέψουν τη γενική εικόνα της παρακμής. Όμως κάθε πρωτοβουλία και κίνηση στον τομέα των ιδεών, της οικονομίας, της τέχνης, παραμένει περιθωριακή καθώς δεν ενισχύεται στο πολιτικό και το εκπαιδευτικό-παιδευτικό πεδίο, όπου αντίθετα κυριαρχεί ένα γερασμένο, ραγιάδικο και αναποτελεσματικό σύστημα και μια ρουτινιάρικη δυτικόστροφη διανόηση.

Δυστυχώς όμως, οι βαθύτατες τομές που απαιτούνται δεν μπορούν να προέλθουν από τα σπλάχνα του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Ούτε, παράλληλα, μπορούμε ακόμα να μιλήσουμε για την ύπαρξη κοινωνικών κινημάτων ικανών να προτείνουν μια εναλλακτική πολιτική ηγεσία, όπως έγινε σε ένα βαθμό μετά τη μεταπολίτευση. Η Ελλάδα χρειάζεται μια αληθινή επανάσταση, μια ανατροπή του «κατεστημένου», αλλά δεν υπάρχουν συγκροτημένες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις ικανές να την πραγμα­τοποιήσουν, παρόλο που έχει ήδη σημάνει η αρχή του τέλους για τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρο­νισμού.

***

Η κατάρρευση του χρηματιστηρίου, στην περίοδο 2000-2001, δεν αποτελεί ένα συγκυριακό φαινόμενο αλλά συνδέεται με την παρατεταμένη άνοδο του πετρελαίου και τη χρηματιστηριακή καθίζηση σε όλες τις «ώριμες» αγορές. Η καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ παγκοσμιοποίηση αρχίζει να θρυμματίζεται. Ταυτόχρονα η κρίση του ασφαλιστικού συστήματος ολοκλήρωσε τη ρήξη του «εκσυγχρονισμού» με τα χαμηλότερα και μεσαία στρώματα, ακόμα και εκείνα του δημόσιου τομέα. Οι κοινωνικές συμμαχίες του δυτικοστραφούς «εκσυγχρονισμού», από τους μισθωτούς μέχρι τα νέα τζάκια και τους διαπλεκομένους –με κοινό παρονομαστή το «νοικοκύρεμα» της οικονομίας, τη διανομή των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και ιδεολογικό συνεκτικό υλικό τον «εκσυγχρονισμό» και τον αντικληρικαλισμό, ώστε να ενσωματώνει και ένα μέρος της Αριστεράς–, αυτοαναιρούνται διότι συγκρούονται και με τα δύ­ο άκρα του κοινωνικού και πολιτικού φάσματος.

Το εκκλησιαστικό ζήτημα, που αναζωπυ­ρώθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελ­λάδα, απεδείχθη μια ήττα τεραστίων διαστάσεων του «δυτικού στρατοπέδου». Το γεγονός ότι ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος υπήρξε ο μόνος επίσημος θεσμικός παράγοντας στην πρόσφατη ιστορία μας ο οποίος απαίτησε τη συγνώμη του Πάπα –την οποία και απέσπασε– για την αποικιακή πολιτική της Δύσης έναντι της Ελλάδας, εδώ και… οκτώ αιώνες, αποδεικνύει το δυναμικό της αντίστασης που περικλείει ακόμα η παράδοση, παρά την κρατικοποίηση και τον μερικό ευτελισμό της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Η επιμονή στη διαγραφή του θρησκεύματος και της ιθαγένειας από τις ταυτότητες –παρά την ενεργό εναντίωση τριών εκατομμυρίων πολιτών– εθεωρήθη προνομιακό ιδεολογικό ζήτημα για την ιδεολογική χειραγώγηση της Αριστεράς και την ενθάρρυνση της πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης. Είχε όμως ως αποτέλεσμα την αναζωπύρωση του ζητήματος της ταυτότητας των Ελλήνων, επιταχύνοντας τη ριζοσπαστικοποίηση του λαϊκού-εκκλησιαστικού σώματος προς μια αντιπαγκοσμιοποιητική κατεύθυνση, ανοίγοντας εκ νέου ζητήματα που φαίνονταν καταχω­νιασμένα και ξεχασμένα.

Και αν είναι γεγονός πως η εκκλησία και η ηγεσία της δεν διαθέτει τα ιδεολογικά εργαλεία για να μετασχηματίσει σε μια σύγχρονη γλώσσα και πρόταγμα αυτή τη λαϊκή αντίθεση, αν άνοιξε ίσως μια σύγκρουση που η ίδια δεν μπορεί να διαχειριστεί σε όλες της τις διαστάσεις, ωστόσο η κυβερνητική επίθεση στο τελευταίο ανάχωμα ή… άλλοθι των Ελλήνων, την ταυτότητά τους, πυροδότησε μια αρχόμενη πολιτιστική επ­ανάσταση, μια αυξανόμενη αντίσταση στα ζητήματα της γλώσσας, του πολιτισμού, της ιστορίας. Οι Έλληνες νιώθουν πως γίνονται περισ­σότερο εξαρτημένοι και υποτελείς στις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης και τους επεκτατιστές γείτονες. Και επειδή στην πολιτική δεν διαθέτουν επαρκείς απαντήσεις, καταφεύγουν στην τελευταία γραμμή άμυνας, την πολιτισμική ταυτότητά τους, τη γλώσσα, τη θρησκεία τους. Αυτό είναι που αιφνιδίασε τους «εκσυγ­χρονιστές» οι οποίοι θεωρούσαν πως αρκεί το χρηματιστήριο και ο εκμαυλισμός μέσω των ΜΜΕ, για να γίνει αποδεκτή και πλήρης η απεμπόληση κάθε στοιχείου ταυτότητας.

Βρισκόμαστε στο κοίλον της ιστορίας. Μια μορφή πολιτισμού έχει τελειώσει, χωρίς ακόμα να έχει αναδυθεί το καινούργιο. Και η χώρα μας, ο χώρος μας, οι αξίες «μιας άλλης ζωής, πέρα απ’ τα αγάλματα» πιέζονται ασφυκτικά. Και τονίσαμε ήδη πως δεν αρκεί η αηδία, η απόρριψη, η προσφυγή στις ρίζες και τις παραδόσεις για τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής εναλλακτικής πρότασης. Αποτελούν όμως αναγκαία προϋπόθεση γι’ αυτήν. Ξέρουμε πολύ καλά πως η κοινωνία μας χρειάζεται συζήτηση, ανάλυση, προβλη­ματισμό, κινήσεις και πρωτοβουλίες σε μο­ριακό επίπεδο, για να αποκτήσει περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό της, για να συσσωρεύσει δυνάμεις που θα επιτρέψουν την ανατροπή του σημερινού σκηνικού. Ρίχνοντας το βλέμμα πίσω, επιστρατεύοντας το κουράγιο και τη δύναμη που μας δίνει η ιστορία και η παράδοσή μας, επε­ξεργαζόμενοι τα δεδομένα του σήμερα και οραματιζόμενοι τις μουσικές του μέλλοντος, θα πρέπει να πασχίσουμε, επιτέλους, γι’ αυτή τη μεγάλη σύνθεση που ενέπνεε τον μεγάλο Σικελιανό:

«Από τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα

έμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου,

με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως

από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει

το κύμα. σε καράβι π’ ολοένα

βουλιάζει.

……………

η καρδιά μου

με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι

το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια

του Ιερού της Ψυχής, στην Ελευσίνα.

Κ’ η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογγούσε:

«Θάρτει τάχα ποτέ, θα νάρτει η ώρα,

που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου

κ’ η ψυχή μου που Μυημένη τηνέ κράζω

θα γιορτάσουν μαζί;»»

(Άγγελος Σικελιανός, Ιερά Οδός)

Advertisements

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: