Γιώργος Καραμπελιάς

Άρθρα-Κείμενα-Βιβλία

Η Θεμελιώδης Παρέκκλιση (2004)

Posted by yiorgoskarabelias στο Αύγουστος 29, 2007

parekklisi.jpg

Εισαγωγή

Η απόκλιση – παρέκκλιση -η παρέγκλισις του Επίκουρου- είναι συστατική του κόσμου μας. Μια απόκλιση από τις ευθείες τροχιές των ατόμων, που θα χάνονταν στο άπειρο σύμφωνα με το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα, επιτρέπει στον κόσμο να συγκροτηθεί, στην ύλη να πορευτεί -αντίστροφα από την αποσυνθετική εντροπία- προς διαρκώς πολυπλοκότερες συγκροτήσεις, στο σύμπαν και στη ζωή να υπάρξουν. Αυτή η απόκλιση από την ευθεία, από το παραδεδεγμένο, δημιούργησε τα είδη και επέτρεψε την εξέλιξή τους από την αρχέγονη «σούπα» των αδιαφοροποίητων μονοκύτταρων οργανισμών. Η δημιουργός παρέκκλιση είναι το θεμέλιο του κόσμου και η αιτία για την εμφάνιση του ανθρώπου ως είδους και της ιστορίας του ως δημιουργίας.

Ο Επίκουρος, σε ανύποπτο χρόνο, βεβαίως όχι πειραματικά, εργαστηριακά ή μαθηματικά, αλλά φιλοσοφικά, με βάση τη λογική επαγωγή, διετύπωσε αυτή την αρχή δύο χιλιάδες διακόσια χρόνια πριν εκφράσει την αρχή της απροσδιοριστίας ο Χάιζεμπεργκ. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Λουκρήτιου, του Ρωμαίου μαθητή του Επίκουρου:

όταν τα άτομα φέρονται από το ίδιο τους το βάρος σε ευθεία γραμμή προς τα κάτω μες στο κενό, σε στιγμές ακαθόριστες και σε τόπους ακαθόριστους, παρεκκλίνουν κάπως από την τροχιά τους. […] Αν δεν υπήρχε αυτή η παρέκκλιση, όλα θα κατευθύνονταν σα σταγόνες της βροχής προς τα τρίσβαθα του κενού, και καμιά επαφή, καμιά πρόσκρουση δεν θα γινόταν ανάμεσα στα αρχικά στοιχεία, κι έτσι η φύση δεν θα δημιουργούσε τίποτα… [1]

Αυτή την υπόθεση ήρθε να επιβεβαιώσει επιστημονικά, είκοσι τρεις αιώνες μετά, η θεωρία της μεγάλης έκρηξης και, πειραματικά, το 1992, το δορυφορικό πρόγραμμα COBE. Οι ανιχνευτές μικροκυμάτων του δορυφόρου χαρτογράφησαν την κοσμική ακτινοβολία των «παρυφών» του σύμπαντος, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία της πρωταρχικής έκρηξης και της άνισης κατανομής της θερμότητας και της ύλης σε συμπαντική κλίμακα. Εάν από την αρχική έκρηξη, ομοιογενώς κατανεμημένα, τα άτομα του πρώιμου σύμπαντος είχαν κατευθυνθεί προς τα άκρα σε ευθύγραμμες ακτίνες, τότε ο κόσμος, οι πλανήτες, οι γαλαξίες, οι άνθρωποι, δεν θα είχαν δημιουργηθεί. Ήταν αναγκαία λοιπόν η αρχική παρέγκλισις για τη διαμόρφωση του σύμπαντος[2]. Η δε εξέλιξη των ειδών προϋποθέτει -το γνωρίζουμε σήμερα- μια συσσώρευση τυχαίων μεταλλάξεων που θα οδηγήσουν, σε συνάρτηση με τη σιδηρά φυσική επιλογή, από τους μονοκύτταρους οργανισμούς στον «κύριο και κάτοχο της φύσης».

Ωστόσο, ο Επίκουρος και οι επικούρειοι δεν θα περιοριστούν μόνον στα φυσικά φαινόμενα και τη συγκρότηση του σύμπαντος, καθώς θα επεκτείνουν τη θεωρία της παρεγκλίσεως (του clinamen της πρώιμης δυτικής φιλοσοφίας) στο πεδίο της ιστορίας και της ελευθερίας του ανθρώπου. Η απόκλιση είναι το θεμέλιο της ελευθερίας.

Τέλος αν όλες οι κινήσεις είναι συναρτημένες, αν κάθε καινούργια κίνηση γεννιέται από μια παλιότερη, σύμφωνα με τάξη ορισμένη, κι αν τα άτομα δεν παρεκκλίνουν και δεν σπάζουν τους νόμους του πεπρωμένου, εμποδίζοντας το ένα αίτιο να διαδέχεται το άλλο επ’ άπειρον, τότε από πού προέρχεται ετούτη η ελευθερία των εμψύχων όντων πάνω στη γη; Από πού ρωτάω βγαίνει η βούληση η αποσπασμένη από τη μοίρα, που χάρη σ’ αυτήν πηγαίνουμε παντού όπου μας οδηγεί η θέλησή μας και κατευθυνόμαστε προς τα κει που μας πάει ο νους, σε χρόνους και τόπους ακαθόριστους; …[3]

Η απόσπαση από τη μοίρα, αυτό το μικρό, ελάχιστο ποσοστό ελευθερίας και αυτονομίας που δίνεται σε κάθε άνθρωπο απέναντι στον φυσικό και ιστορικό ντετερμινισμό και τη φυσική και ιστορική ετερονομία, είναι συνέπεια της «επικούρειας» παρεκκλίσεως. Η ιστορία δημιουργείται από την εναντίωση στους «νόμους» της! Η ελευθερία είναι η αντίσταση στην αναγκαιότητα, όπως θα τονίσει ο νεαρός Μαρξ της «Διαφοράς»[4] και όχι βέβαια η «συνειδητοποίηση» της ανάγκης, όπως θα υποστηρίξει ο Ένγκελς και θα σαλπίσει ο Ροζέ Γκαρωντύ στην περιβόητη σταλινική Ελευθερία[5] του.

Όλοι οι Μεσσιανισμοί, θρησκευτικοί και πολιτικοί, θα αρνηθούν αυτή την «παρεκκλίνουσα» ελευθερία, για να θεμελιώσουν την ιστορία στη «μοίρα», δηλαδή την υπέρτερη βούληση είτε ενός αυταρχικού Θεού είτε των «αντικειμενικών νόμων της ιστορίας». Σύμφωνα με τον σιδηρού νόμο του ντετερμινισμού, οι ενέργειες των ανθρώπων καταλήγουν συχνά στο αντίθετο αποτέλεσμα από την εμπρόθετη κατεύθυνσή τους˙ πρόκειται γι’ αυτή την περιβόητη πανουργία της ιστορίας του Χέγκελ, που μεταβάλλει τους ανθρώπους σε αθύρματά της.

Και όμως, αυτή η ελάχιστη «παρέκκλιση» του Επίκουρου, έστω ένας κόκκος άμμου απέναντι στην «απέραντη φύση» και την αδιαφάνεια της ιστορίας, είναι όντως υπαρκτή και αρκεί για να συγκροτήσει τη φύση ως μία συσσωμάτωση από αναρίθμητες αποκλίσεις ατόμων και συνόλων και να θεμελιώσει την ιστορία ως μία τεράστια συσσώρευση απειροελάχιστων ατομικών παρεκκλίσεων. [Βέβαια, ένα σύνολο παρεκκλίσεων εντάσσεται με τη σειρά του σε μια νέα αιτιοκρατική εντελέχεια και τα περιθώρια της ελευθερίας είναι διαρκώς πεπερασμένα ή και ελάχιστα, ωστόσο αυθεντικά και κατά συνέπεια… «γιγάντια».]

Για τον νεαρό ρομαντικό Μαρξ της διατριβής αρκεί η ελευθερία της επιλογής του ατομικού θανάτου, ως υπέρτατη αντίσταση στην αναγκαιότητα, για να θεμελιώσει την ελευθερία του ανθρώπου -και προς επίρρωση της θέσης του θα παραθέσει μια ρήση του Επίκουρου, όπως παραδίδεται από τον Σενέκα:

Είναι δυνατόν να ζεις μέσα στην αναγκαιότητα, όμως δεν αποτελεί αναγκαιότητα να ζεις μέσα στην αναγκαιότητα.[ ] Ας ευχαριστούμε λοιπόν τον θεό που κανείς δεν είναι δυνατό να κρατηθεί με τη βία στη ζωή. Μας επιτρέπει να δαμάζουμε την ίδια την αναγκαιότητα [6].

Επιχειρούμε λοιπόν μια συνηγορία υπέρ της δημιουργού παρεκκλίσεως που, σε αντίθεση με τα αιτιοκρατικά ιδεολογήματα, είναι ο αυθεντικός (συν)δημιουργός του κόσμου μας και της ανθρώπινης ιστορίας. Μια συνηγορία η οποία επικεντρώνεται σε δύο σημεία: πρώτον, στη ρομαντική πλημμυρίδα που μετά την κρίση του εργαλειακού διαφωτισμού διαπερνά τον κόσμο μας, και δεύτερον, στην παράλληλη υπέρβαση του μεσσιανισμού, για την είσοδο σε μια νέα εποχή της ανθρώπινης ιστορίας, μετά από δυόμισι χιλιάδες χρόνια μεσσιανικών προσδοκιών.

Η ιδιαίτερη οπτική αυτού του δοκιμίου εδράζεται μάλιστα στην προσπάθεια συνδυασμού αυτών των δύο διαστάσεων, της ρομαντικής και της μετα-μεσσιανικής. Και συνιστά ιδιαιτερότητα διότι, ενώ η ρομαντική προοπτική έχει γίνει ευρέως αποδεκτή ως η μόνη δυνατότητα αντιμετώπισης των αδιεξόδων της νεωτερικότητας και της εργαλειακής υποστροφής του διαφωτισμού, αντιστρόφως, η κριτική του μεσσιανισμού προωθείται από τους υπερασπιστές του «ρεαλισμού», της αποδοχής του υπάρχοντος κόσμου, και της απόρριψης κάθε ρομαντικής αντίληψης. Η επιχειρούμενη σύνθεση, αντιστρατεύεται ταυτοχρόνως τον αντιρομαντικό εργαλειακό λόγο και τον μεσσιανισμό.

Διότι, εκ παραλλήλου, επανεμφανίζονται φθίνουσες αλλά διαρκώς ανανεούμενες εκδοχές του μεσσιανισμού, ο θρησκευτικός και ο αναρχομαρξιστικός, που επιχειρούν τη δεξίωση ενός νέου τύπου μεσσιανικού ρομαντισμού. Στη θρησκευτική εκδοχή πρόκειται για έναν συνδυασμό της επιστροφής στον χρυσού αιώνα του Ισλάμ ή του Κρίσνα με τη μεσσιανική εξαγγελία της σύντομης και καθολικής επικράτησης έναντι των ασεβών. Όσο για την αναρχομαρξιστική εκδοχή, η αποδοχή της οικολογίας και η απόρριψη της γραμμικής αντίληψης της προόδου, σε αντίθεση με την παλιά σταλινική παράδοση, συνδυάζεται με την ταυτόχρονη επανεμφάνιση μιας μεσσιανικής αντίληψης της ανατροπής, ως μίας τελεσίδικης «Παρουσίας» που θα άρει κάθε αδιαφάνεια, αλλοτρίωση και ετερονομία.

Στην πραγματικότητα, μια επαναστατική και επίκαιρη εκδοχή του ρομαντισμού είναι όχι μόνον απαραίτητη για την ίδια την επιβίωση του ανθρώπου, ως είδους, στην εποχή της τεχνολογικής ύβρεως, αλλά έρχεται σε α­ντί­θε­ση και θα πρέ­πει να υ­περβεί οποιαδήποτε μεσσιανική εσχατολογία. Διότι η ίδια η δυναμική του μεσσιανισμού ανατρέπει, μέσα από την εσώτερη έκφυσή της, κάθε αυθεντικό ρομαντικό εγχείρη­μα. Ο μεσ­σια­νι­σμός ο­δη­γεί την ό­ποια ε­πα­να­στα­τι­κή α­πό­πει­ρα σε ο­λο­κλη­ρω­τι­κές ή/και γραμ­μι­κές κα­τα­λή­ξεις, ά­σχε­τα με τις προ­θέ­σεις των ε­μπνευ­στών του.

[Σε ό­,τι α­φο­ρά στις ο­λο­κλη­ρω­τι­κές πα­ραλ­λα­γές είναι γνωστά τα παραδείγματα της ι­ρα­νι­κής ε­πα­νά­στα­σης που ε­μπνε­ό­ταν α­πό έ­ναν μεσ­σια­νι­κό ρο­μα­ντι­σμό θρη­σκευ­τι­κού τύ­που, της Κα­μπό­τζης και των ε­ρυ­θρών Χμερ, από ένα ρομαντισμό μαρξιστικού τύπου, για να μην α­να­φερ­θού­με στον ε­βρα­ϊ­κό μεσ­σια­νι­σμό του ορ­θό­δο­ξου σιω­νι­σμού και στο Μύν­στερ του Τό­μας Μύ­ντσερ με­ρι­κούς αιώ­νες πριν[7]. Ό­σο για τις γραμ­μι­κές συ­νεκ­δο­χές, ουκ έστιν α­ριθ­μός. Α­πό τον προ­τε­στα­ντι­κό μεσ­σια­νι­σμό και την χω­ρίς φραγ­μούς α­νά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού έ­ως τον ε­πι­στη­μο­νι­κό και τε­χνο­λο­γι­κό μεσ­σια­νι­σμό του δια­φω­τι­σμού, τα μεσ­σια­νι­κά ο­ρά­μα­τα της «α­πε­λευ­θέ­ρω­σης» θα κα­τα­λή­γουν συ­χνά στη χει­ρό­τε­ρη σκλα­βιά.]

Αυ­τά τα ο­ρά­μα­τα υ­πήρ­ξαν και πα­ρα­μένουν συνδεδεμένα με έναν ορισμένο τύπο αν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νιών, για τις οποίες η μεσ­σια­νι­κή προσ­δο­­κί­α α­πο­τε­λού­σε το ι­σχυ­ρό­τε­ρο ερ­γα­λεί­ο της κοι­νω­νι­κής και τε­χνο­λο­γι­κής εξέλιξης. Το ό­ρα­μα της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, της «πα­ρου­σί­ας», α­πο­τε­λού­σε τη μό­νη λύ­ση α­πέ­να­ντι στην α­κι­νη­σί­α και τον ε­γκλω­βι­σμό στην αρ­χέ­γο­νη τά­ξη πραγ­μά­των. Οι μεσ­σια­νι­κές ε­κτι­νά­ξεις ή­ταν συ­χνά η μό­νη διέ­ξο­δος των σκλά­βων α­πέ­να­ντι στην πα­γιω­μέ­νη ε­ξου­σί­α[8]. Γι’ αυ­τό και σή­με­ρα οι μεσ­σια­νι­σμοί θα συ­νε­χί­σουν να εμ­φα­νί­ζο­νται ως διέ­ξο­δος σε λα­ούς και πο­λι­τι­σμούς κα­τα­πιε­σμέ­νους και αλ­λο­τριω­μέ­νους α­πό την κοι­νω­νι­κή α­νι­σό­τη­τα και την ι­μπε­ρια­λι­στι­κή κυ­ριαρ­χί­α, στο Ι­σλάμ, την Ινδία, εν μέ­ρει στη Λατινική Αμε­ρική κ.λπ.

Υ­πό το φως αυ­τών των διευ­κρι­νή­σε­ων δεν θα πρέ­πει να θε­ω­ρή­σου­με πως η υ­πέρ­βα­ση του μεσ­σια­νι­σμού, ως έκ­φρα­ση της ι­στο­ρι­κής ο­λο­κλή­ρω­σης μιας πε­ριό­δου, συ­νε­πά­γε­ται την απαξίωση και την παρα­θε­ώ­ρη­ση της ση­μα­σί­ας του ε­πα­να­στα­τι­κού μεσ­σια­νι­σμού στην ι­στο­ρι­κή δια­δρο­μή, α­πό τον Α­κενατών μέ­χρι τον… Τσε Γκε­βά­ρα, καθώς και την κα­τα­δί­κη κά­θε ε­ξέ­γερ­σης που προ­σλαμ­βά­νει μεσ­σια­νι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά σε ο­ρι­σμέ­νες χώ­ρες και πο­λι­τι­σμούς, ι­διαί­τε­ρα του λε­γό­με­νου Τρί­του Κό­σμου. Α­πλώς ε­πι­ση­μαί­νου­με πως το ε­πα­να­στα­τι­κό δυ­να­μι­κό του μεσ­σια­νι­σμού έ­χει ο­λο­κλη­ρω­τι­κά ε­ξα­ντλη­θεί σε έ­να με­γά­λο μέ­ρος του πλα­νή­τη όπου και προσλαμβάνει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά συ­ντη­ρη­τι­κά και α­ντι­δρα­στι­κά: μεσ­σια­νι­σμός του τε­χνο­λο­γι­κού με­ταν­θρώ­που ή του προ­τε­στα­ντι­κού φο­ντα­με­ντα­λι­σμού στην Α­με­ρι­κή, σιω­νι­στι­κή ε­κτρο­πή του ε­βρα­ϊ­κού προ­φη­τι­σμού, βα­χα­μπι­τι­σμός στη Σα­ου­δι­κή Α­ρα­βί­α ή α­ντι­δρα­στι­κές εκ­δο­χές του ι­σλα­μι­κού φο­ντα­με­ντα­λι­σμού στο Πα­κι­στάν και του ιν­δου­ι­στι­κού στην Ιν­δί­α, για να μην α­να­φερ­θού­με στο πρό­σφα­το πα­ρά­δειγ­μα του «Φω­τει­νού Μο­νο­πα­τιού» στο Πε­ρού.

Α­νά­λο­γη εί­ναι και η ε­ξέ­λι­ξη στον χώ­ρο των ι­δε­ών και της φιλοσοφί­ας. Ο με­τα­μο­ντερ­νι­σμός του Λυο­τάρ και η α­πόρ­ρι­ψη των «με­γά­λων α­φη­γή­σε­ων» α­πό τον Φου­κώ, η ε­πι­μο­νή του Ρώ­ουλς στις η­θι­κές δια­στά­σεις της αν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης, το «ε­πι­κοι­νω­νια­κό πράτ­τειν» του Χά­μπερ­μας, η α­πόρ­ρι­ψη του ντε­τερ­μι­νι­σμού α­πό τον ύ­στε­ρο Αλτουσέρ, α­πο­τε­λούν α­πλώς έ­να ι­δε­ο­λο­γι­κό σύ­μπτω­μα -ά­σχε­τα με το ε­άν και πό­σο συμ­με­ρί­ζε­ται κα­νείς τις α­πό­ψεις τους- αυ­τής της ε­ξά­ντλη­σης της μεσ­σια­νι­κής ε­πο­χής και των θε­ω­ριών της α­πό­λυ­της δια­φά­νειας του αν­θρώ­πι­νου γί­γνε­σθαι. Η «ε­πι­στρο­φή» στην αρ­χαί­α σκέ­ψη και ι­διαί­τε­ρα στις ε­πι­κού­ρειες εκ­δο­χές της α­πο­τε­λεί μί­α ε­πί πλέ­ον έν­δει­ξη της υ­πέρ­βα­σης των αιτιοκρατικών μεσ­σια­νι­κών α­ντιλή­ψε­ων. Το αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό ι­δε­ώ­δες της εμ­μο­νής στη με­σό­τη­τα, ό­που η ι­στο­ρί­α και ο «κό­σμος», η κοι­νω­νι­κή αλ­λα­γή και η α­πόρ­ρι­ψη των ο­λο­κλη­ρω­τι­σμών, η ο­ρα­μα­τι­κή προσ­δο­κί­α και η κα­τα­νό­η­ση της τρα­γι­κό­τη­τας και του διαρ­κώς α­νο­λο­κλή­ρω­του των αν­θρω­πί­νων εγ­χει­ρη­μά­των θα συν­δυά­ζο­νται με­τα­ξύ τους, α­πο­τε­λεί και πά­λι το ζη­τού­με­νο της ε­πο­χής μας.

Με ε­κεί­νον τον α­νε­πα­νά­λη­πτο Μά­ιο του 1968 ε­ξήλ­θα­με ο­ρι­στι­κώς α­πό τη μεσ­σια­νι­κή ε­πο­χή[9]. Το ό­ρα­μα της επ-α­νά­στα­σης μπό­ρε­σε ε­πί τέ­λους να συν­δυα­στεί με τη συ­νει­δη­το­ποί­η­ση της με­τα­βα­τι­κό­τη­τας και της τρα­γι­κό­τη­τας της αν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης, πως δεν υ­πάρ­χει κα­μί­α ο­ρι­στι­κή και τε­λε­σί­δι­κη Aufhebung, πα­ρό­λο που α­ε­νά­ως θα την α­ποζητούμε. Ο μεσ­σια­νι­κός ρο­μα­ντι­σμός ε­νός Μπλοχ ή ε­νός Μπέν­για­μιν, συν­δε­δε­μέ­νος με μια ε­πα­να­στα­τι­κή ε­βρα­ϊ­κή α­πο­κα­τά­στα­ση, που ε­ξι­δα­νι­κεύ­τη­κε ευ­γε­νώς στην πα­ναν­θρώ­πι­νη α­πο­κα­τά­στα­ση του προ­λε­τα­ριά­του -α­πό το έ­θνος-πα­ρί­α στον άν­θρω­πο-σκλά­βο στην ο­λό­τη­τά του-, α­νή­κει πλέ­ον ο­ρι­στι­κά στο πα­ρελ­θόν. Έ­να πα­ρελ­θόν που, αν και ε­ξα­κο­λου­θεί να ε­μπνέ­ει, είναι ω­στό­σο ανεπίστρεπτο.

Ο ρο­μα­ντι­σμός της ε­πο­χής μας δεν μπο­ρεί πα­ρά να εί­ναι σι­σύ­φειος, βα­σα­νι­σμέ­νος, υ­ψι­πε­τής και συνάμα τα­πει­νός, με συ­νεί­δη­ση των ο­ρί­ων και ταυ­το­χρό­νως χω­ρίς ό­ρια στην ο­νει­ρο­πό­λη­σή του. Έ­νας ρο­μα­ντι­σμός που περιγρά­φει έ­ναν ή­ρω­α νέ­ου τύ­που, με aspiring mind και ταυ­τό­χρο­να ε­σω­στρε­φή, με μια α­κά­μα­τη και ά­σβε­στη ε­πι­θυ­μί­α α­να­τρο­πής και ταυ­τό­χρο­να με συ­νεί­δη­ση για τα ό­ρια κά­θε αν­θρώ­πινης προ­σπάθειας.

Θα πρέ­πει ω­στό­σο να προβούμε σε κά­ποιες α­να­γκαί­ες διευ­κρι­νί­σεις για τη δεύ­τε­ρη πα­ρά­με­τρο της σύν­θε­σης, τον ρο­μα­ντι­σμό, και τον ι­σχυ­ρι­σμό τον ο­ποί­ο δια­τυ­πώ­νου­με, πως ζού­με μια ε­πο­χή γε­νι­κευ­μέ­νης ε­πι­στρο­φής του. Ό­ταν χρη­σι­μο­ποιού­με τον ό­ρο ρο­μα­ντι­σμός-ρο­μαν­τι­κός, δεν πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε σε έ­να λο­γο­τε­χνι­κό και πνευ­μα­τι­κό ρεύ­μα που εμ­φα­νί­στη­κε στα τέ­λη του 18ου και τις αρ­χές του 19ου αιώ­να ως α­ντί­δρα­ση στον θριαμ­βεύ­ο­ντα βιο­μη­χα­νι­σμό, αλ­λά σε έ­να ευρύτερο και διαχρονικό ρεύ­μα σκέ­ψης που δια­περ­νά την αν­θρώ­πι­νη ι­στο­ρί­α, και ο­πωσ­δή­πο­τε τα τε­λευ­ταί­α δια­κό­σια πε­νή­ντα χρό­νια, α­πό τον Ρουσ­σώ έ­ως τον… subcommandante Μάρκος.

Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του 19ουαιώνα, από τον Μπολιβάρ έως τον Μακρυγιάννη και τον Γαριβάλδι, θα εμπνέουν τον ακατάβλητο καλλιτεχνικό ρομαντισμό ενός Μπάιρον ή ενός Βέρντι. Οι ρομαντικές αντιλήψεις, που παραπέμπουν στη φύση, στην ανθρώπινη κοινότητα, στις «ρίζες», αποτέλεσαν ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία κάθε επαναστατικής και ριζοσπαστικής κριτικής στον αναδυόμενο καπιταλισμό. Ποιητές όπως ο Μπλέηκ και ο Πούσκιν, ζωγράφοι όπως ο Τέρνερ και ο Γκόγια, συγγραφείς όπως ο Ντοστογιέφσκι, δοκιμιογράφοι όπως ο Ράσκιν και ο Πεγκύ, επαναστάτες όπως οι Προυντόν, Μπακούνιν, Κροπότκιν, Τορώ, θα αντλήσουν κατ’ εξοχήν από το ρομαντικό υπόστρωμα. Το ίδιο, σε μικρότερη ή μεγαλύτερη έκταση, θα κάνουν ο Μαρξ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Μάο τσε Τουνγκ, παρά τη «διαφωτιστική» εκτροπή του μαρξισμού. Όταν ο Μαρξ αναφέρεται στην κομμουνιστική κοινωνία ως μια κοινωνία όπου κανείς θα διαθέτει απεριόριστο χρόνο για «να ψαρεύει ή να κυνηγά» ή όταν περιγράφει τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα που μέσω του καταμερισμού εργασίας κομματιάζει τον άνθρωπο, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να αντλεί από τις ρομαντικές αντιλήψεις, έστω και αν αυτές συγκρούονται μέσα στο ίδιο του το έργο με τον τεχνολογικό ντετερμινισμό του. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και η θεωρία της για τη συσσώρευση του κεφαλαίου θα κατηγορηθεί από τον Λένιν για «οικονομικό ρομαντισμό»[10] και ο Μάο θα στραφεί στο παρελθόν της Κίνας και την αγροτιά για να συνθέσει την κινέζικη πραγματικότητα με τον μαρξισμό! Και βέβαια ο Μαχάτμα Γκάντι θα πάει ακόμα πιο πέρα σε αυτή την επιστροφή στις «ρίζες», με την απόρριψη του βιομηχανισμού και το βύθισμα στις πηγές της ινδικής παράδοσης ως του μοναδικού δρόμου για την απελευθέρωση.

Η ίδια η φιλοσοφία του 20ού αιώνα θα είναι κατ’ εξοχήν «ρομαντική»: O Βιτγκενστάιν καταγγέλλει την κατασκευαστική υφή του σύγχρονου πολιτισμού, o Ερνστ Μπλοχ, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και η Σχολή της Φρανκφούρτης -βεβαίως εκτός του Χάμπερμας– αποκαλύπτουν το πρόσωπο του διαφωτισμού, ο Χάιντεγκερ και ο Καστοριάδης στρέφονται ενάντια στον εργαλειακό και τεχνολογικό ορθολογισμό και ανατρέχουν στην αρχαιότητα -από τους προσωκρατικούς έως την αθηναϊκή άμεση δημοκρατία- για να αναζητήσουν τα πρότυπά τους. Το ίδιο θα συμβεί με το μεγαλύτερο πολιτιστικό και πολιτικό κίνημα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα: το «κίνημα του ’68» υπήρξε προπαντός «ρομαντικό» κίνημα, υπογραμμίζοντας τις αξίες της απόλαυσης, την επιθυμία, τη φύση, τις «σχέσεις», έναντι της παραγωγής, της παραγωγικότητας, της απόδοσης, της μηχανικής κυριαρχίας.

Εν τέλει, δίχως τον ρομαντισμό, που παραπέμπει στην ίδια την ανθρώπινη φύση, δεν θα μπορούσαμε να νοήσουμε οποιοδήποτε κίνημα απόρριψης του υπαρκτού κόσμου.

***

Η κρίση της «υπερ-νεωτερικό­τη­τας» συ­νί­στα­ται, παράλληλα, και στην α­δυ­να­μί­α της να συ­γκρο­τή­σει κα­θο­λι­κούς μύ­θους, ι­δε­ο­λο­γί­ες, προ­τάγ­μα­τα, σχέ­δια κοι­νω­νι­κής ορ­γά­νω­σης που να α­φο­ρούν ό­λους τους αν­θρώ­πους. Αντ’ αυ­τών προ­ω­θεί μια πραγ­μα­τι­στι­κή ερ­γα­λεια­κή ομογενοποίηση. Αλ­λά ε­πει­δή το «ουκ επ’ άρ­τω μό­νον ζή­σε­ται άν­θρω­πος» έ­χει μια βα­θύ­τα­τη ο­ντο­λο­γι­κή διά­στα­ση, οι άν­θρω­ποι α­πορ­ρί­πτουν την ψευ­δο-κα­θο­λι­κό­τη­τα του ερ­γα­λεια­κού δια­φω­τι­σμού και κα­τά συ­νέ­πεια την κυ­ριαρ­χί­α της Δύ­σε­ως. Γι’ αυ­τό και οια­δή­πο­τε πι­θα­νή νέ­α οι­κου­με­νι­κό­τη­τα δεν θα δια­θέ­τει έ­να και μο­να­δι­κό ε­πί­κε­ντρο, θα εί­ναι -για πρώ­τη φο­ρά στην αν­θρώ­πι­νη ι­στο­ρί­α- ό­ντως πλα­νη­τι­κή α­φού δια­σχί­σει «πα­ρεκ­κλί­νου­σες δια­δρο­μές» ι­διαιτε­ρότητας.

Οι δια­δρο­μές των αν­θρώ­πων θα πε­ρά­σουν μέ­σα α­πό την α­να­ζή­τη­ση της ταυ­τό­τη­τάς τους, μια ταυ­τό­τη­τας «κρυμ­μέ­νης» κά­τω α­πό βου­νά Μα­κντό­ναλ­ντς, πο­τα­μούς κό­κα-κό­λας, και τις ει­κό­νες του «Μπό­γκι» και της Μαί­ρι­λυν στους τοί­χους των φοι­τη­τι­κών δω­μα­τί­ων. Και μό­νο ε­πί τη βά­σει της ταυ­τό­τη­τάς τους «θα ξα­νοι­χτούν» στον με­γά­λο κό­σμο της πλα­νη­τι­κής ή και δια­πλα­νη­τι­κής περιπέτειας. Ό­σοι α­πό μας έ­χουν πα­ρα­κο­λου­θή­σει με κά­ποια προ­σο­χή την ι­στο­ρί­α των κοι­νω­νι­κών και ι­δε­ο­λο­γι­κών κι­νη­μά­των της τε­λευ­ταί­ας τρια­κο­ντα­πε­ντα­ε­τί­ας -α­πό το 1968 και στο ε­ξής- έ­χουν ή­δη ε­ξοι­κειω­θεί με την α­ντί­στοι­χη προ­βλη­μα­τι­κή: οι νέ­οι και οι γκε­ρι­λέ­ρος της Λα­τι­νι­κής Α­με­ρι­κής θα αμ­φι­σβη­τή­σουν την κα­θο­λι­κό­τη­τα του «προ­λε­τα­ρια­κού υ­πο­κει­μέ­νου», ενώ οι μαύ­ροι των Η­ΠΑ, οι γυ­ναί­κες και το οι­κο­λο­γι­κό κί­νη­μα θα ε­πι­βάλουν τη δι­κή τους ι­διαί­τε­ρη οπτική. Η πα­λαιά κα­θο­λι­κό­τη­τα θα διαρ­ρα­γεί α­νεπανόρ­θω­τα. Και θα α­κο­λου­θή­σει η α­νά­δυ­ση των ε­θνο­τι­κών, ε­θνι­κών και πο­λι­τι­σμι­κών ταυ­το­τή­των. Η ο­λο­ποι­η­τι­κή -και εν πολ­λοίς ο­λο­κλη­ρω­τι­κή- ι­κα­νό­τη­τα της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας θα αμ­βλυν­θεί και θα συ­νε­χί­σει να ε­πι­βάλλ­ε­ται πλέ­ον μόνο μέ­σω της κα­τα­στο­λής -ε­κεί­νης του ε­μπο­ρεύ­μα­τος αλ­λά και των Στελ­θ αν πα­ρα­στεί α­νά­γκη- έ­χο­ντας α­πο­λέ­σει την η­γε­μο­νί­α στις καρ­διές των αν­θρώ­πων. Πο­λι­τι­σμοί που έ­μοια­ζαν α­νε­πα­νόρ­θω­τα χα­μέ­νοι κά­τω α­πό τον κα­τα­κλυ­σμό της δυ­τι­κής νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας και του ορ­θο­λο­γι­σμού της, πο­λι­τι­σμοί που «ντρέ­πο­νταν» για την υ­πό­στα­σή τους, πο­λι­τι­σμοί υ­πο­τε­λείς, μέ­χρι χθες, στο δυ­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα, θα α­να­βιώ­σουν και πά­λι.

Α­πό τη μα­κρι­νή Α­σί­α έ­ως την καρ­διά της Ευ­ρώ­πης, οι άν­θρω­ποι στρέ­φο­νται στην πα­ρά­δο­σή τους, τον πο­λι­τι­σμό τους, τη θρη­σκεί­α τους, για να συ­γκρο­τή­σουν εξ αρ­χής μια νέ­α κο­σμο­ει­κό­να που θα έ­χει ως α­φε­τη­ρί­α την ί­δια τους την υ­πό­στα­ση, την ι­στο­ρί­α, τον πο­λι­τι­σμό τους. Και μό­νον «μέ­σα» α­πό την α­νά­πτυ­ξη της «ι­διαι­τε­ρό­τη­τας» θα τί­θε­ται εκ πα­ραλ­λή­λου το αί­τη­μα της κα­θο­λι­κό­τη­τας ως συ­νά­ντη­σης πο­λι­τι­σμών και ταυ­το­τή­των˙ μιας κα­θο­λι­κό­τη­τας που δεν θα εί­ναι πια σχέ­ση α­φέ­ντη και δού­λου, α­ποι­κιο­κρά­τη και α­ποι­κιο­κρα­τού­με­νου, αλ­λά, ε­πι­τέ­λους, συ­νά­ντη­ση ε­λευ­θέ­ρων ετεροτήτων στο προσκήνιο της ιστορίας.

Το ερώτημα βέβαια είναι εάν διαθέτουμε ακόμα τον χρόνο για ένα απελευθερωτικό εγχείρημα, εάν προλαμβάνουμε να θέσουμε φρένο στον αδυσώπητο μηχανισμό που οδηγεί στην υποδούλωση του ανθρώπου στα τεχνουργήματά του, ή εάν, όπως υποστήριζε ο Μπένγιαμιν από τη δεκαετία του 1930, το φυτίλι έχει ήδη αγγίξει τον δυναμίτη. Και επειδή ακριβώς το αίτημα είναι να «σταματήσουμε τον χρόνο», ή μάλλον να τον «γυρίσουμε προς τα πίσω», η παρούσα ιστορική αντιπαράθεση, η κα­θο­λι­κή ρή­ξη α­νά­με­σα στις δυ­νά­μεις του τε­χνο­λο­γι­κού θα­νά­του και της ζω­ντα­νής φύ­σης, θα εμ­φα­νι­στεί ως μια γε­νι­κευ­μέ­νη σύ­γκρου­ση α­νά­με­σα στον ερ­γα­λεια­κό ορ­θο­λο­γι­σμό και τον ρομαντισμό. Ε­πει­δή α­φε­θή­κα­με τό­σο πο­λύ στις αυ­τα­πά­τες της κυ­ριαρ­χί­ας ε­πί της φύ­σε­ως, φθά­σα­με, με τον με­τάν­θρω­πο, στην υ­πο­τα­γή του ανθρώπου στις μηχανές. Γι’ αυ­τό και δεν υ­πάρ­χουν πλέ­ον δυ­να­τό­τη­τες μιας δια­φω­τι­στι­κής «συν­θέ­σε­ως». Αυ­τές ε­τί­θο­ντο ί­σως έ­ναν ή δύ­ο αιώ­νες πριν. Σή­με­ρα, η ο­ποια­δή­πο­τε σύν­θε­ση θα έ­χει πρό­ση­μο ρο­μα­ντι­κό, αντι-εργα­λεια­κό˙ για να διακρίνει το μέλ­λον, θα στρέ­φε­ται προς τα πί­σω, στην αν­θρώ­πι­νη ι­στο­ρί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι αν συ­νε­χί­σου­με «προς τα ε­μπρός», κά­τω α­πό τα λά­βα­ρα του δια­φω­τι­σμού, θα διαβούμε σύντομα το κα­τώ­φλι της μετανθρώπινης κατάστασης. Η επικούρεια παρέκκλιση γί­νε­ται σή­με­ρα μια α­δή­ρι­τη α­νά­γκη για να συ­νε­χι­στεί η ί­δια η αν­θρώ­πι­νη ι­στο­ρί­α. Μια πα­ρέκ­κλι­ση α­πό τα χρη­μα­τι­στή­ρια, τους ου­ρα­νο­ξύστες και τα η­λε­κτρο­νι­κά ρο­λό­για που ρυθ­μούν με κα­φκι­κή εντε­λέ­χεια το α­παν­θρω­πο­ποι­η­μέ­νο το­πί­ο ε­νός ερειπωμένου πλα­νή­τη.

***

Στο πρώ­το μέ­ρος ε­πι­χει­ρού­με να σκια­γρα­φή­σου­με την πο­ρεί­α του μεσ­σια­νι­σμού, α­πό την υ­πέρ­βα­ση της αρ­χαί­ας ελ­λη­νι­κής ι­σορ­ρο­πί­ας φύ­σης και ι­στο­ρί­ας, χώ­ρου και χρό­νου, μέ­χρι την υ­πο­τα­γή του χώ­ρου στον χρό­νο, του Εί­ναι στην α­σθμα­τι­κή ο­ντι­κό­τη­τα του μη­χα­νι­κού χρό­νου και στην τε­χνο­λο­γι­κή ύ­βρη του με­ταν­θρώ­που. Οι υ­πο­χρε­ω­τι­κοί σταθ­μοί και α­να­βαθ­μοί αυ­τής της προ­μη­θε­ϊ­κής-μεσ­σια­νι­κής πο­ρεί­ας θα εί­ναι ο Χέ­γκελ και ο Μαρ­ξ. Ο δια­φω­τι­σμός θα εμ­φα­νι­στεί με τον Χέ­γκελ ως η α­πό­πει­ρα υ­πέρ­βα­σης της α­τά­ρα­χης αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής «κο­σμιό­τη­τας» και της άρ­σης της χρι­στια­νι­κής αλ­λο­τρί­ω­σης, ως η α­πό­πει­ρα της α­πο­θέ­ω­σης της ι­στο­ρί­ας. Ο δε Μαρ­ξ θα προ­χω­ρή­σει έ­να βή­μα πιο πέ­ρα και θα α­να­κα­λύ­ψει στο προ­λε­τα­ριά­το τον προ­νο­μια­κό φο­ρέ­α της υ­πέρ­βα­σης κά­θε δι­χα­σμού, κά­θε αλ­λο­τρί­ω­σης, κά­θε αδιαφάνειας. Και όταν ο Προμηθέας με σάρκα και οστά, που προβαίνει από την ανθρώπινη ιστορία, θα κου­ρα­στεί προσκρούοντας στα α­διέ­ξο­δα του 20ού αιώ­να, θα α­να­δει­χθεί ως ε­φιάλ­της και προσ­δο­κί­α του 21ου ο με­τάν­θρω­πος, ως ένα δη­μιούρ­γη­μα του αν­θρώ­που που υπερακοντίζει το αν­θρώ­πι­νο εί­δος.

Στη συ­νέ­χεια πα­ρα­κο­λου­θού­με την κρί­ση της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας, την α­νά­δυ­ση της με­γά­λης αμ­φι­βο­λί­ας για τις δυ­να­τό­τη­τες και τα πε­πρω­μέ­να του κα­τα­σκευα­στι­κού δια­φω­τι­σμού. Η κρί­ση του μαρ­ξι­σμού, ως α­πο­κλει­στι­κής κα­νο­νι­στι­κής θε­ω­ρί­ας του αν­θρώ­πι­νου πράτ­τειν, ως της «ευ­γε­νέ­στε­ρης» και πλέ­ον ο­λο­κλη­ρω­μέ­νης εκ­δο­χής του δια­φω­τι­σμού, κρί­ση που δεν υποστασιοποιήθηκε μό­νον ή κυ­ρί­ως στα πε­δί­α των θε­ω­ρη­τι­κών μα­χών αλ­λά κατ’ ε­ξο­χήν στα Κα­τα­λα­υνι­κά Πε­δί­α της ι­στο­ρι­κής πρά­ξε­ως, εί­ναι αμετάκλητη. Α­νά­λο­γη υ­πήρ­ξε και η ε­ξά­ντλη­ση του ιου­δα­ϊ­κού προ­φη­τι­σμού, ως του ση­μα­ντι­κό­τε­ρου φο­ρέ­α του σύγ­χρο­νου μεσ­σια­νι­σμού, που θα α­πο­λέ­σει το ό­ρα­μα μιας πα­ναν­θρώ­πι­νης α­πε­λευ­θέ­ρω­σης και θα εκ­φυ­λι­στεί στον σιω­νι­στι­κό μεσ­σια­νι­σμό και την τε­τριμ­μέ­νη κυ­ριαρ­χί­α στον κό­σμο του «διχασμού».

Και μόνο η ρομαντική «ανωμαλία» θα αναδειχθεί ο «σωτήριος» πόλος μιας νεωτερικότητας που εμπεριείχε τόσο τα διαφωτιστικά εργαλειακά στοιχεία όσο και τη ρομαντική εξέγερση. Ακόμα και η μαρξιστική σύνθεση θα ήταν ακατανόητη δίχως τον επαναστατικό ρομαντισμό. Ο μαρξισμός, όπως και όλες οι εθνικοαπελευθερωτικές και επαναστατικές παραδόσεις των δύο αιώνων που μεσολάβησαν από τη γαλλική επανάσταση έως την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ήταν διφυής, αντλούσε ταυτόχρονα από το παρελθόν και από το μέλλον, από τον ρομαντισμό και την υπερ-τεχνολογική ουτοπία. Σήμερα, με την ήττα της σοσιαλιστικής απόπειρας και την απορρόφηση του διεθνισμού και του ντετερμινισμού από το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο, ο καπιταλισμός εμφανίστηκε, έστω και πρόσκαιρα, απελευθερωμένος από την αμφισβητησιακή σκιά του, «ελεύθερος» να αναπτύξει την ατομοκεντρική και τεχνολογική ουτοπία του μέχρι «το τέλος», τη δημιουργία ενός τεχνητού ανθρώπου, και να αποκαλύψει το κενό του. Κατά συνέπεια… επιτρέπει και στο ρομαντικό έτερο ήμισύ του να αποτινάξει την επικυριαρχία του και να αναδειχθεί σε αυτόνομο και ηγεμονικό πόλο μιας νέας συνθέσεως.

Ο εργαλειακός διαφωτισμός έφτασε τόσο μακριά ώστε ο θεμελιώδης άξονας ενός νέου προτάγματος δεν μπορεί παρά να είναι ο επαναστατικός ρομαντισμός. Μπροστά στον κίνδυνο της καταστροφής του πλανήτη και της ανθρώπινης φύσης, μόνο μια ριζική αναθεμελίωση του κόσμου μας είναι πλέον εφικτή, μια «καινή διαθήκη», ένα νέο ιστορικό συμβόλαιο με τη φύση -και τον άνθρωπο καθόσον φύση- μια «επιστροφή» στην αρχαιοελληνική ισορροπία κόσμου και ιστορίας.

Μια τέτοια αναθεμε­λί­ω­ση θα θέ­σει τέ­λος στην α­πο­ϊ­ε­ρο­ποί­η­ση και θα ξα­να­μα­γεύ­σει τον κό­σμο και τις αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Η ρι­ζι­κή εκ­κο­σμί­κευ­ση, η με­τα­τρο­πή κά­θε τι του ιε­ρού σε βέ­βη­λο και α­ντι­κεί­με­νο χει­ρι­σμού, ο­δή­γη­σε στο α­διέ­ξο­δο της κοι­νω­νιο­κε­ντρι­κής και τε­χνο­λο­γι­κής ύ­βρε­ως.

Έ­να νέ­ο αν­θρω­πο­λο­γι­κό πρό­τυ­πο α­πο­τε­λεί το ζη­τού­με­νο και τον πυ­ρή­να αυ­τού του νέ­ου συμ­βο­λαί­ου. Διό­τι δεν μπο­ρεί να θε­με­λιω­θεί έ­νας νέ­ος πο­λι­τι­σμός, μια με­τα-μεσ­σια­νι­κή ι­στο­ρι­κή ε­πο­χή, δί­χως έ­ναν νέ­ο άνθρωπο. Κατά τον ίδιο τρόπο που ο δυτικός πολιτισμός στηρίχθηκε στη σύνθεση του ελληνικού λόγου, του εβραϊκού μεσσιανισμού και της ρωμαϊκής εργαλειακής αποτελεσματικότητας, για να συγκροτήσει το πρότυπο του νεωτερικού ανθρώπου, έτσι και η μετα-νεωτερική εποχή απαιτεί και προετοιμάζει έναν νέο άνθρωπο. Είτε εκείνον του ιουδαιο-προτεσταντικού προτύπου του μετανθρώπου, είτε μια πρωτό­τυ­πη και και­νο­τό­μο σύν­θε­ση που θα επιστρέφει στην αρχαιοελληνική ισορροπία, θα συναντάει τους μεγάλους πολιτισμούς και παραδόσεις της Ανατολής και προπαντός θα φέρνει στην επιφάνεια το μη χρησιμοθηρικό υπόστρωμα όλων των ανθρώπι­νων κοι­νω­νιών. Διό­τι ο τρό­πος συ­γκρό­τη­σης αυ­τού του νέ­ου αν­θρώ­πι­νου τύ­που δεν μπο­ρεί πα­ρά να εί­ναι πο­λυ­σθε­νής και πλου­ρα­λι­στι­κός. Θα ε­πι­κοι­νω­νεί με ό­λους τους υ­πόλοιπους λα­ούς και πο­λι­τι­σμούς στο πλα­νη­τι­κό χω­ριό και θα α­ντλεί α­πό την ι­διο­προ­σω­πί­α του για να μπο­ρεί να ε­πι­κοι­νω­νεί ι­σό­τι­μα.

Πρό­κει­ται για έ­ναν νέ­ο αν­θρώ­πι­νο τύ­πο, για τον ο­ποί­ο ση­μα­σί­α έ­χει το τα­ξί­δι για την Ι­θά­κη, έ­στω και ε­άν το α­γκυ­ρο­βό­λιο θα πα­ρα­μέ­νει διαρ­κώς προσωρινό. Αυ­τός ο μη τε­λε­ο­λο­γι­κός τύ­πος αν­θρώ­που δεν προσ­δο­κά πλέ­ον τον Πα­ρά­δει­σο, χω­ρίς ω­στό­σο να παύει να τον ο­νει­ρεύ­ε­ται και να α­πο­πει­ρά­ται διαρ­κώς έ­να νέ­ο τα­ξί­δι. Αυ­τός ο μη μεσ­σια­νι­κός ρο­μα­ντι­κός των και­ρών μας που μπαί­νει και ξα­να­μπαί­νει στο πέ­λα­γος, γνω­ρί­ζο­ντας πως πο­τέ δεν θα το ε­ξα­ντλή­σει, εί­ναι πο­λύ πιο τρα­γι­κός α­πό τον ή­ρω­α της μεσ­σια­νι­κής ε­πο­χής, που πί­στευε σε κά­ποια ο­ρι­στι­κή «α­πο­κα­τά­στα­ση». Εί­ναι έ­νας αν­θρώ­πι­νος τύ­πος που μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με τον «πρό­μα­χο» ή­ρω­α της ελ­λη­νι­κής λα­ϊ­κής πα­ρά­δο­σης[11], πα­ρά με τον Μεσ­σί­α της εβραϊκής.

Έ­χο­ντας ε­πί τέ­λους α­ντι­λη­φθεί τη θε­με­λια­κή μας με­τα­βα­τι­κό­τη­τα, έ­χο­ντας κα­τα­νο­ή­σει πως δεν υ­πάρ­χει κα­μιά κρυμ­μέ­νη φι­λο­σο­φί­α της ι­στο­ρί­ας, έ­χο­ντας συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει την ταύ­τι­σή μας με τη φύ­ση και, ταυ­τό­χρο­να, την ι­διαι­τε­ρό­τη­τά μας -αυ­τή τη δυα­δι­κό­τη­τα μέ­σα στην ταυ­τό­τη­τα που υ­πο­γράμ­μι­ζε ο Σέλ­λιν­γκ-, ει­σερ­χό­με­θα πλέ­ον στον τρα­γι­κό κό­σμο του εκ­πλη­ρω­μέ­νου και του α­νεκ­πλή­ρω­του, της ε­πι­γνω­σθεί­σας ε­τε­ρο­νο­μί­ας και της διαρ­κώς α­να­ζη­τού­με­νης αυ­το­νο­μί­ας, σε αυ­τό το «συ­ναμ­φό­τε­ρον» της πα­ρά­δο­σής μας[12]. Ο κύ­κλος της αν­θρώ­πι­νης πε­ρι­πέ­τειας, α­πό την α­νά­δυ­ση του χρι­στια­νι­κού κό­σμου μέ­χρι τις μέρες μας, υ­πήρ­ξε ό­ντως μεγάλος, και όμως νά’μαστε πάλι «στην αρχή». Ωστόσο άξιζε τον κόπο, διότι «η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι».


[1] Βλέπε Λουκρήτιος, Περί φύσεως (De rerum Natura) μετ. Κωνσταντίνος Θεοτόκης, εκδ. Νεφέλη, 1990, ΙΙ, 216-224. Για τη μετάφραση του αποσπάσματος του Λουκρητίου βλέπε, D.S. Hutchinson, (Εισαγωγή), Γ. Αβραμίδης (επιμέλεια), Πέτρος Οι­κονόμου (μτφρ. Λατινικών), Επίκουρος<!–[if supportFields]> XE «Επίκουρος» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>˙ Κείμενα-πηγές της επικούρειας φιλοσοφίας και τέχνης του ευ ζην, εκδ. Θύραθεν, Αθήνα 2000, σσ. 120-121.

[2] Eric Anderson, Ο Επίκουρος<!–[if supportFields]> XE «Επίκουρος» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–> στον 21ο αιώνα, εκδ. Θύραθεν, Αθήνα 2002, σσ. 172-3.

[3] Λουκρήτιος, Περί φύσεως (De rerum Natura), μετ. Κωνσταντίνος Θεοτόκης, εκδ. Νεφέλη, 1990, ΙΙ, 251-260. Για τη μετάφραση του αποσπάσματος του Λουκρητίου ό.π. σημ. 2.

[4] Βλέπε, Karl Marx, Διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας (Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Π. Κονδύλης), Γνώση, Αθήνα 1983. [Πρόκειται για το πρώτο γραπτό κείμενο του Μαρξ, τη διδακτορική του διατριβή].

[5] Ροζέ Γκαρωντύ, Η ελευθερία, (μετάφραση Φωφώς Σακελλάρη και Σωτήρη Τουτούνα), εκδόσεις Κυψέλη, Αθήνα 1960.

[6] Karl Marx, ό.π., σ. 79. [ Senec. Epist. 12 [,10-11]. σ. 42. Malum est in necessitate vivere; sed in necessitate vivere, necessitas nulla est … Agamus Deo gratias, quod nemo in vita teneri potest. Calcare ipsas necessitates licet…(Epicurus dixit)]

[7] Βλ. Ernst Bloch, Thomas Münzer<!–[if supportFields]> XE «Thomas Münzer» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–> -Théologien de la Révolution, Παρίσι, Julliard, 1964. Marguerite Yourcenar, «L’Œuvre au noir » in Marguerite Yourcenar, Œuvres Romanesques, Παρίσι, Gallimard – Pléiade, 1982.

[8] Ίσως μία από τις ελάχιστες κοινωνίες που δεν πρόκρινε τη μεσσιανική διέξοδο ήταν η αρχαία ελληνική στην κλασική εποχή. Η αρχαία ελληνική κοινωνία βγήκε από την εποχή του μύθου όχι δια του μεσσιανισμού αλλά δια της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας και της θεατροκρατίας – τι λιγότερο μεσσιανικό από τον Ευριπίδη! Γι’ αυτό και αποτελεί μια ανυπέρβλητη ιστορική στιγμή. Πάντως αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι πως αυτή η ισορροπία υπήρξε εύθραυστη και πρόσκαιρη και ο ελληνικός κόσμος, από τον Αλέξανδρο και μετά, θα συναντήσει τον μεσσιανισμό, έστω και εάν ο ελληνικός χώρος και η παράδοσή του θα παραμένει μια από τις λιγότερο μεσσιανικές στη σύγχρονη ιστορία.

[9] Και η τρομοκρατία στη Γερμανία και την Ιταλία, κυρίως, -ή ακόμα και στην Ελλάδα- αποτέλεσε την τελευταία απόπειρα για μια μεσσιανικού τύπου συνέχεια του «’68», η οποία οδήγησε σε παταγώδη διάψευση τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της.

[10] Βλέπε και την κριτική του Λένιν στους ποπουλιστές, στο N. Lenin, Pour caractériser le romantisme économique, Editions de Progrès, Mόσχα 1972.

[11] Βλ. την ανάλυση του Ερατοσθένη Καψωμένου στο βιβλίο του, Αναζητώντας το χαμένο ευρωπαϊκό πολιτισμό, τομ. Α’ Νεοελληνική ποίηση και πολιτισμική παράδοση, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2003. Στη νεοελληνική παράδοση ο «πρόμαχος ήρωας» προμαχεί προς χάριν της κοινότητάς του και δεν είναι ο ήρωας κατακτητής. Είναι ο Διγενής Ακρίτας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Σολωμός Σολωμού.

[12] Που αναδεικνύει για άλλη μια φορά και πλέον ολοκληρωμένα ο Κ. Ζουράρις στο τελευταίο βιβλίο του, Νῦν…αἰωροῦμαι, Θουκυδίδης, Ἀρχέτυπος, Αρμός, Αθήνα 2003.

Advertisements

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: