Γιώργος Καραμπελιάς

Άρθρα-Κείμενα-Βιβλία

Κρυφό Σχολείο: Μύθος ή Πραγματικότητα;

Posted by yiorgoskarabelias στο Αύγουστος 30, 2007

Ένας από τους κύριους στόχους των οπαδών της γενικευμένης αποεθνικοποίησης της παιδείας και του εκπαιδευτικού συστήματος, είναι οι λεγόμενοι «εθνικοί μύθοι» ή «θρύλοι». Με το πρόσχημα της «απομυθοποίησης» ή της αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας, επιχειρείται κάτι πολύ βαθύτερο, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης στην ίδια την ιστορική αλήθεια που εμπεριέχεται στον πυρήνα των «θρύλων» και η αποξένωση των νέων γενεών από κάθε ηρωϊκή μορφή η παράδοση της ίδιας της ιστορίας τους.

Στο στόχαστρο έχουν μπει ιδιαίτερα το «Κρυφό Σχολειό», η 25η Μαρτίου ως ημερομηνίασύμβολο για την έναρξη της επανάστασης, ο «χορός του Ζαλόγγου» κ.λπ. Και οι επιλογές δεν είναι τυχαίες. Με την άρνηση της ύπαρξης του «κρυφού σχολειού», δεν επιδιώκεται τόσο η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας την οποία δήθεν επιδιώκουν οι «νέοι ιστορικοί», αλλά ο εξωραϊσμός της Οθωμανικής κυριαρχίας. Διότι άσχετα με το εάν υπήρξε stricto sensu «κρυφό σχολειό» και μάλιστα σε όλες τις περιόδους της Τουρκοκρατίας, ιδιαίτερα στην τελευταία, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί πως η εκπαίδευση των Ελλήνων γινόταν με τεράστιες δυσκολίες. Ιδιαίτερα κατά τους πρώτους σκοτεινούς αιώνες της τουρκοκρατίας η αμάθεια ήταν γενικευμένη, χρειαζόταν πάντα ειδική άδεια για την ίδρυση σχολείων και σε περιοχές όπως η Μικρά Ασία διωκόταν ακόμα και η ίδια η χρήση της ελληνικής γλώσσας σε ορισμένες περιόδους. Όσο δε για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, αυτό παρέμενε εσαεί στην «δικαιοδοσία» του «κρυφού σχολειού», διότι προφανώς ήταν απαγορευμένος οποιοσδήποτε εκθειασμός της ελληνικής ταυτότητας ή η καταδίκη των κατακτητώντο παράδειγμα που αναφέρει ο Φ. Κακριδής για τον 20ο αιώνα στην Ήπειρο, όπου το περιεχόμενο της διδασκαλίας παρέμενε μυστικό, είναι απόλυτα χαρακτηριστικό (βλέπε στις σελίδες που ακολουθούν). Το πρώτο τυπογραφείο που εγκατέστησε ο Κύριλλος Λούκαρις στην Κωνσταντινούπολη το 1628 κατεστράφη ολοσχερώς από τους γενιτσάρους. Οι μαρτυρίες του κοραϊστή Κωνσταντίνου Κούμα για τον ύστερο 18ο αιώνα (βλ. τα αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του, που παραθέτει ο Kαλλίμαχος) ότι το σχολείο της Λάρισας είχε διακόψει τη λειτουργία του για 30 χρόνια, 1770-1798 εξ αιτίας των Ορλωφικών και ότι ο μητροπολίτης Διονύσιος Καλλιάρχης με δυσκολία κατόρθωσε να πάρει άδεια από τους Τούρκους για την επαναλειτουργία του, δίνει νομίζουμε τη χαριστική βολή σε όλους εκείνους που ισχυρίζονται πως η εκπαίδευση στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα δεν περιοριζόταν από τους κατακτητές.

Παράλληλα, μέσω της άρνησης του «κρυφού σχολειού» επιδιώκεται η υποβάθμιση του ρόλου της εκκλησίας στην εκπαίδευση των ελληνοπαίδων, παρότι είναι γνωστό πως όλη η «στοιχειώδης εκπαίδευση» παρέμενε μέχρι την επανάσταση στην αποκλειστική αρμοδιότητα των ιερέων και των μοναχών, ενώ ακόμα και οι μέσες ή οι ανώτερες σχολές στεγάζονταν στις αυλές των μοναστηριών και των εκκλησιών στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι δε δάσκαλοι και οι λόγιοι της τουρκοκρατίας ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους κληρικοί, από τον Ευγένιο Βούλγαρη έως τους οπαδούς του Κοραή, Θεόκλητο Φαρμακίδη, Θεόφιλο Καϊρη, Βενιαμίν τον Λέσβιο κ.λπ.

Έτσι, ακόμα και εάν πιστέψουμε πως το «κρυφό σχολειό» δεν υπήρξε, ο θρύλος του αντανακλά και εκφράζει την ίδια την πραγματικότητα της εκπαίδευσης των υπόδουλων Ελλήνων. Η εκπαίδευσή τους υπήρξε κατά μεγάλο μέρος «κρυφή» και έπρεπε να ξεπερνάει όλες τις δυσκολίες που έθετε η Οθωμανική εξουσία, κεντρική και τοπική.

Τα δύο εκτεταμένα κείμενα που παραθέτουμε, το πρώτο του ιστορικού Χρ. Πατρινέλη, που υποστηρίζει πως το κρυφό σχολειό δεν υπήρχε και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας που υποστηρίζει το αντίθετο, επιτρέπουν στον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του. Τα επιχειρήματα για την ανυπαρξία του «κρυφού σχολειού» συγκεντρώνονται στην ύστερη Τουρκοκρατία, μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, ενώ βέβαια οι δυσκολότεροι αιώνες για την ίδια την επιβίωση του ελληνισμού και της παιδείας του υπήρξαν ο 15ος , ο 16ος και ο 17ος αιώνας.

Το ίδιο συμβαίνει με την 25η Μαρτίου. Το γεγονός της λυσσαλέας αμφισβήτησης του εορτασμού της ως δήθεν μύθου, δεν αφορά βέβαια στο γεγονός της ημερομηνίας αυτής καθεαυτής, δηλαδή το εάν η επανάσταση εξερράγη στην Πελοπόννησο στις 23 Μαρτίου αντί στις 25, ή εάν είχε προηγηθεί η επανάσταση στη Μολδοβλαχία, αλλά θέλει να πλήξει την ίδια την έννοια του εθνικού εορτασμού ως σύμβολου της γέννησης του νεώτερου ελληνικού κράτους, καθώς και να αμφισβητήσει το γεγονός ότι οι επαναστάτες ορκίστηκαν στον σταυρό διεκδικώντας ελευθερία ή θάνατο. Και παρότι διαθέτουμε αναρίθμητες μαρτυρίες για την ιστορική αλήθεια των γεγονότων και τον ορισμό της 25ης Μαρτίου, ταυτόχρονα με τον Ευαγγελισμό ως της ημερομηνίας για την έκρηξη της επανάστασης από τη Φιλική Εταιρεία στην Πελοπόννησο (παρότι εξερράγη ορισμένες ημέρες πριν), οι «Νέοι ιστορικοί» συνεχίζουν το θεάρεστο έργο της αποδόμησης της ελληνικής ιστορίας.

Η καλύτερη όμως απάντηση επί του θέματος δίνεται από το κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη ο οποίος αναφέρεται στο πως οΆρης Βελουχιώτης όρκιζε στην εκκλησία τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης:

Λίγο πιο πριν, στα βουνά της Ρούμελης, ο πρώτος μεγάλος γνήσιος Έλληνας λαϊκός επαναστάτης, ο Άρης Βελουχιώτης έμπαινε με τους πρώτους λιγοστούς του αντάρτες στα χωριά με την γαλανόλευκο με τον σταυρό μπροστά και αφού μιλούσε για τους σκοπούς του νέου αγώνα, στη συνέχεια μπαίνανε όλοι μαζί στην εκκλησία. Κι εκεί καλούσε τον παπά να ευλογήσει τα όπλα και τη σημαία.

Τι μας θυμίζει τάχα αυτή η σκηνή; Δεν μας θυμίζει την Αγία Λαύρα με τους επαναστάτες του ’21 γονατισμένους μπροστά στον Δεσπότη και κρατώντας την ελληνική σημαία με το ένα χέρι και το καρυοφύλλι με το άλλο να δέχονται την ευλογία της Εκκλησίας για τον αγώνα τους;

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει επίσης δύο εκτενή σημαντικά κείμενα, του Ηλία Ηλιόπουλου «Αποδόμηση, εθνομηδενισμός, νέα τάξη» που διερευνά τα αίτια και τους στόχους των αποδομητών, καθώς και του Λεωνίδα Αποσκίτη, «Η ιερά συμμαχία του αναθεωρητισμού», για την ένταξη του φαινομένου του «αρχαιολατρικού πολυθεϊσμού» στη στρατηγική της εθνικής αποδόμησης. Η Γεωργία Δάλκου παρουσιάζει τη «Νέα καταδίκη του Κολοκοτρώνη» μέσα από τα «Κείμενα λογοτεχνίας» της 3ης Γυμνασίου, διευρύνοντας τη συζήτηση πέρα από το περιβόητο βιβλίο της ιστορίας της 6ης Δημοτικού. Παραθέτουμε ένα εκτεταμένο απόσπασμα από παλαιότερη συνέντευξη του Σπύρου Ασδραχά με τον τίτλο «Σκεφτείτε ζούμε και μετά τον θάνατό μας», που πλήττει καίρια τον εθνομηδενισμό των ίδιων τωνμαθητών του (ή των υποτιθέμενων τέτοιων), ενώ ο Σάββας Παύλου με τους «Κλέφτες και κλεφτόπουλα» καταδεικνύει, χρησιμοποιώντας μια σύγχρονη παραβολή, τη σημασία του μύθου ως συμπύκνωση της ιστορικής αλήθειας. Τέλος, για να μη κατηγορηθούμε γιαμονομέρεια αναδημοσιεύουμε ένα εκτενές απόσπασμα από άρθρο του Χάρη Αθανασιάδη στην «Ελευθεροτυπία» που επικρίνει την κ. Ρεπούση επίεθνικισμώ και παρουσιάζει την άποψη των οπαδών της εθνικής συγκρότησης των Ελλήνων δια του κράτους, κυρίαρχη, αν και κάποτε ανομολόγητη, στα ελληνικά Πανεπιστήμια.

Το παρόν αποτελεί εισαγωγικό κείμενο στο αφιέρωμα του 64ου τεύχος του περιοδικού Άρδην (Απρίλιο-Μάϊος 2007).

 

Advertisements

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: