Γιώργος Καραμπελιάς

Άρθρα-Κείμενα-Βιβλία

Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού (2006)

Posted by yiorgoskarabelias στο Αύγουστος 30, 2007

1204.jpg

ΠρΟλογος του συγγραφεα στη Γ΄ Εκδοση

Η ανά χείρας μελέτη αποτελούσε αρχικώς το πρώτο μέρος μιας εργασίας για τον ελληνικό «Διαφωτισμό» η οποία μετεξελίχθηκε σε αυτόνομο έργο, το πρώτο μέρος μιας τριμερούς ιστορίας των ιδεών στη νεώτερη Ελλάδα, με αφετηρία το 1204. Εν συνεχεία, αν όλα πάνε καλά, θα ακολουθήσει η μελέτη για τον «Διαφωτισμό» (1700-1821), ως της πρώτης περιόδου της ελληνικής Αναγέννησης (1700-1922), και θα ολοκληρωθεί με τη δεύτερη περίοδο, τη «Μεγάλη Ιδέα<!–[if supportFields]> XE «Μεγάλη Ιδέα» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>» (1829-1922).

Αποτελεί έκφραση ελάχιστης διανοητικής τιμιότητας να αναφερθεί πως, κατά τη διαδικασία της επεξεργασίας αυτού του βιβλίου, όσο μελετούσα πηγές και κείμενα, μετέβαλα αρκετές φορές απόψεις και οπτική· αλλαγές που, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αφορούσαν στην άρση των αρνητικών προκαταλήψεων, συνδηλώσεων και στερεοτύπων περί Βυζαντίου, τα οποία για δεκαετίες είχαν επισωρευτεί στο μυαλό μου, όπως συμβαίνει και με την πλειοψηφία των σύγχρονων Ελλήνων.

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η εικόνα που έχουμε για τη σχέση της βυζαντινής τέχνης, φιλοσοφίας και επιστήμης με τη Δύση και την Αναγέννηση. Θρεμμένοι με έναν απίστευτο όγκο πληροφοριών για το «θαύμα» της Αναγέννησης και συγκρίνοντας την αναγεννησιακή Δύση του 16ου αιώνα, και του Διαφωτισμού που ακολούθησε, με την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα της ίδιας περιόδου, οι νεώτεροι Έλληνες υποτιμούμε συστηματικά τα βυζαντινά προοίμια αυτής της «Αναγέννησης», αγνοώντας, για παράδειγμα, πως η ιταλική ζωγραφική έχει ως άμεση αφετηρία τη βυζαντινή.

Γι’ αυτή την υποτίμηση, που τόσο βαθιά έχει ριζώσει μέσα μας, μεγάλο μερίδιο ευθύνης βαρύνει τους άκριτους υποστηρικτές του δυτικού Διαφωτισμού, που παρουσιάζουν το Βυζάντιο ως το βασίλειο του σκοταδισμού και της «οπισθοδρόμησης», αλλά, σε ένα βαθμό, και εκείνους τους υπερασπιστές του Βυζαντίου οι οποίοι προβάλλουν τη βυζαντινή οικουμένη ως αυτοδύναμη πρόταση για το σήμερα, τροφοδοτώντας έτσι μια αδιέξοδη και εξόχως αντιπαραγωγική διελκυστίνδα «φωταδισμού» – «σκοταδισμού». Υπ’ αυτούς τους όρους, η συντριπτική πλειοψηφία επιλέγει τα ψευδο-διαφω­τιστικά αντιβυζαντινά μυθεύματα, μια και κανείς, βέβαια, δεν επιθυμεί να «επιστρέψει» στο Βυζάντιο. Εάν όμως στη θέση του ψευδούς διλήμματος έμπαινε το αίτημα να καταστεί και το Βυζάντιο –με βάση τις ανεξέλικτες δυνατότητές του– πηγή ταυτότητας και έμπνευσης, για έναν «εκσυγχρονισμό της παράδοσης» και όχι το ξερίζωμά της ή την απλή επιστροφή σε αυτή, τότε ίσως η πλειοψηφία των Ελλήνων θα προσέγγιζε με διαφορετικό μάτι τη βυζαντινή κληρονομιά μας.

Το βιβλίο δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως ιστορία του ύστερου Βυζαντίου ή της φραγκικής κατάκτησης, αλλά εντάσσεται μάλλον στην ιστορία των ιδεών· των ιδεών που χαρακτηρίζουν το Βυζάντιο, και μάλιστα στην ύστερη εποχή του, της Φραγκοκρατία<!–[if supportFields]> XE «Φραγκοκρατία» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>ς και της Τουρκοκρατία<!–[if supportFields]> XE «Τουρκοκρατία» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>ς, καθώς και των ιδεών για το Βυζάντιο και τη σχέση του με τον νεώτερο ελληνισμό, έως σήμερα. Ο τίτλος θα πρέπει να αναγνωσθεί κυριολεκτικά: Πρόκειται για το «1204» ως πραγματική και συμβολική αφετηρία για τη συγκρότηση του νεώτερου ελληνισμού. Γι’ αυτό και όποιος επιθυμεί να μελετήσει την ιστορία των Σταυροφοριών<!–[if supportFields]> XE «Σταυροφοριών» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>, της Άλωσης του 1204, της Φραγκοκρατία<!–[if supportFields]> XE «Φραγκοκρατία» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>ς ή του ύστερου Βυζαντίου, θα πρέπει να καταφύγει στα πολυάριθμα ιστορικά έργα που έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Βέβαια, η ιστορία των ιδεών, και μάλιστα της συγκρότησης του νεώτερου ελληνισμού, δεν εκτυλίσσεται έξω από την ιστορική, οικονομική, πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική πραγματικότητα της εποχής που εξετάζουμε, γι’ αυτό και οι ιστορικές αναφορές όχι μόνο παραμένουν πολυάριθμες, αλλά στο βιβλίο έχει επισυναφθεί ένα συνοπτικό «Χρονολόγιο», καθώς και ιστορικοί χάρτες που επιτρέπουν στον αναγνώστη να τοποθετεί στο ιστορικό τους πλαίσιο γεγονότα και πληροφορίες, παρατίθενται και μια σειρά από εικόνες, που είτε αναφέρονται ρητά μέσα στο κείμενο είτε συναρτώνται προς το περιεχόμενό του.

Τέλος, στην ανά χείρας τρίτη έκδοση έχουν γίνει ορισμένες αλλαγές και προσθήκες. Κατ’ αρχάς έχουν διορθωθεί αβλεψίες και τυπογραφικά λάθη της πρώτης έκδοσης, δεδομένου ότι ο «δαίμων του τυπογραφείου» αγνόησε την τελευταία των διορθώσεων σε ορισμένα δοκίμια. Επιπλέον, έχει προστεθεί ο πρόλογος του καθηγητή Σπύρου Βρυώνη και έχουν διευρυνθεί και αναμορφωθεί ουσιωδώς δύο κεφάλαια του Α΄ Μέρους. Αρχικώς εκείνο που αφορά στο πέρασμα από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο, ώστε να φωτιστεί επαρκέστερα η «συνέχεια» αλλά και οι τομές στη διαδρομή του ελληνισμού, καθώς και το κεφάλαιο το σχετικό με την οικονομία του ύστερου Βυζάντιου, ιδιαίτερα κατά τον 11ο και 12ο αιώνα. Οι τελευταίες προσθήκες επιτρέπουν να δοθεί το απαραίτητο βάρος στην οικονομική πραγματικότητα του Βυζαντίου, δοθέντος μάλιστα ότι η θεωρία μιας δήθεν «βυζαντινής παρακμής», που προκάλεσε την κατάρρευση του Βυζαντίου και το «1204», στηρίζεται εν πολλοίς σε μια εσφαλμένη αντίληψη περί οικονομικής αποτελμάτωσης, ενώ αντίθετα η βυζαντινή οικονομία διήνυε τον 12ο αι. εποχή ακμής. Εξ άλλου η έκδοση της τρίτομης, μοναδικής στο είδος της, Οικονομικής Ιστορίας του Βυζαντίου, από το ΜΙΕΤ, στις αρχές του 2007 υπό την γενική εποπτεία της Αγγελικής Λαϊου, αποτέλεσε ένα επι πλέον κίνητρο για την επέκταση του σχετικού κεφαλαίου Δύο κεφάλαια τα οποία είχα ετοιμάσει για τη βυζαντινή μουσική και την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντος, στον Πόντο, θα επιβάρυναν υπερβολικά ένα ήδη ογκώδες βιβλίο και γι’ αυτό ίσως περιληφθούν σε κάποια μελλοντική, πιθανώς πληρέστερη, έκδοση.

***

Σε αυτή τη μελέτη, λοιπόν, επιχειρήσαμε να υπερβούμε την κλασική διαίρεση μεταξύ της ιστορίας του Βυζαντίου και της ιστορίας της Φραγκοκρατία<!–[if supportFields]> XE «Φραγκοκρατία» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>ς, στην οποία μας έχει εθίσει η ευρωπαϊκή αλλά και η ελληνική ιστορική παράδοση, ως εάν να επρόκειτο για δύο παράλληλες ή, στην καλύτερη περίπτωση, εφαπτόμενες διαδικασίες, και όχι ως μία ενιαία διαδικασία κατάκτησης και αντίστασης. Πρόκειται για έναν κοινό τόπο στη γραμματεία τη σχετική με την υστεροβυζαντινή περίοδο: Από τη μία πλευρά περιγράφεται η συνέχεια του βυζαντινού κράτους, έστω και συρρικνούμενου, και τα επιτεύγματα ή τα ελλείμματά του στους πιο διαφορετικούς τομείς, της οικονομίας, της λογοτεχνίας, της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της τέχνης, ενώ από την άλλη καταγράφονται, σε ένα συχνά αυτόνομο corpus, οι περιπέτειες και τα επεισόδια της ξένης εισβολής και κατοχής. Έτσι, η εξέλιξη της οικονομίας και των οικονομικών μεγεθών, της θεολογίας και των καλλιτεχνικών ρευμάτων, προσεγγίζεται ανεξάρτητα από τις μεγάλες ανατροπές, κατακτήσεις και καταστροφές, που υπήρξαν σχεδόν καθημερινή πραγματικότητα στο ύστερο Βυζάντιο.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο οικονομικό πεδίο, επί παραδείγματι, η υπανάπτυξη και η καχεξία της εγχώριας αστικής τάξης αποσυνδέεται από την αποικιοποίηση της βυζαντινής οικονομίας από τους Ιταλούς<!–[if supportFields]> XE «Ιταλούς» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–> εμπόρους. Στο πνευματικό, η στροφή της ορθοδοξίας προς τον ησυχασμό αντιμετωπίζεται μόνον ως εσωτερική διαπάλη και υποβαθμίζονται τα στοιχεία της αντιπαλότητας με τη δυτική θεολογία, η οποία, μάλιστα, με τη λατινική κατάκτηση, εμφανίζεται ως ένοπλη Κατοχή επί της ορθοδοξίας. Τέλος, η επικράτηση, μετά τα μέσα του 14ου αι., της «Κρητικής Σχολής<!–[if supportFields]> XE «Κρητικής Σχολής» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>» στην αγιογραφία, που σημαδεύει την «επιστροφή» σε μια αυστηρότερη προσήλωση στην παράδοση, έναντι της Κομνήνειας Αναγέννησης<!–[if supportFields]> XE «Κομνήνειας Αναγέννησης» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–> και της Παλαιολόγειας<!–[if supportFields]> XE «Παλαιολόγειας» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–> «Μακεδονικής Σχολής<!–[if supportFields]> XE «Μακεδονικής Σχολής» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>», αποδίδεται συχνά σε τάσεις «συντηρητισμού» του ύστερου Βυζαντίου. Και όμως, συναρτάται άμεσα με το αποφασιστικό γεγονός της εισόδου του ελληνισμού σε μια περίοδο αμετάκλητης υποταγής, όπου η κυριότερη μέριμνα καθίσταται πλέον όχι η ανανέωση της παράδοσης αλλά ακριβώς η συντήρησή της. Όταν διαβάζει κανείς, επί παραδείγματι, την περιγραφή της επανάστασης των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη<!–[if supportFields]> XE «Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>, ή τις ιδεολογικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις του Πλήθωνα<!–[if supportFields]> XE «Πλήθωνα» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>, έχει την παράδοξη αίσθηση πως ζει εκτός τόπου και χρόνου, πως η εσωτερική δυναμική και μόνη καθορίζει την εξέλιξη αυτών των αντιπαραθέσεων, ενώ, αντίθετα, υπερκαθορίζονται σε μεγάλη έκταση από την εξωτερική δυναμική. Αυτός ο «καταμερισμός εργασίας», μεταξύ «Βυζαντινής Ιστορίας» και «Ιστορίας της Φραγκοκρατία<!–[if supportFields]> XE «Φραγκοκρατία» <![endif]–><!–[if supportFields]><![endif]–>ς», συνιστά μία ακόμα απόδειξη της αποσιώπησης ή, στην καλύτερη περίπτωση, της αδυναμίας κατανόησης του ρόλου και της σημασίας της εξωτερικής εισβολής και Κατοχής, και ιδιαίτερα αυτής που είχε ως αφετηρία τη Δύση, στην εξέλιξη του ύστερου βυζαντινού κόσμου.

Η προσπάθεια υπέρβασης αυτού του προκρούστειου «καταμερισμού» αποτελεί επομένως τη βασική μεθοδολογική αφετηρία αυτής της μελέτης. Και ο συγγραφέας της δεν είναι πεπεισμένος ότι και ο ίδιος την ακολούθησε σε όλη την έκταση και στον βαθμό που θα όφειλε· κατ’ αρχάς διότι, σε όλη της την έκταση, αναδύθηκε μπροστά του σταδιακώς, και κατά δεύτερο λόγο, διότι μια νέα ιστορική αντίληψη που θα αναχώνευε με δημιουργικό τρόπο την εξωτερική επέμβαση και την εσωτερική δυναμική δεν μπορεί παρά να είναι το έργο δεκάδων και εκατοντάδων ερευνητών και συγγραφέων. Εάν η παρούσα μελέτη συμβάλει σε αυτή την αλλαγή οπτικής, θα έχει επιτελέσει τον προορισμό της.

Το βιβλίο απευθύνεται στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό που έχει δείξει το ενδιαφέρον του για μια επικαιροποιημένη συζήτηση γύρω από τα ζητήματα που αφορούν στη φύση του Βυζαντίου και τη συνέχεια του ελληνισμού. Ωστόσο, επιθυμεί να απευθυνθεί και στους ειδικούς, προτείνοντας τους την εκδοχή ενός «μη ειδικού»· ίσως μια ματιά που έρχεται «από τα έξω», από άλλα ερευνητικά πεδία και ενδιαφέροντα, να είναι χρήσιμη. Αυτή η διττή μέριμνα υποχρεώνει σε ένα λόγο προσιτό και καθόλου επιτηδευμένο, αφ’ ενός, και επιστημονικά τεκμηριωμένο από την άλλη, δηλαδή υποχρέωσε τον συγγραφέα να βαδίζει πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί.

Advertisements

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: